Σεξ, ψέμματα και δέος

Είμαι ο Β.
Της Μ και του Ε. Γεννήθηκα κάποια άνοιξη του ‘72. Είμαι ένας μάλλον συνηθισμένος άνθρωπος. Μάλλον άσχημος. Όχι, εντάξει. Δεν είμαι άσχημος. Μάλλον είμαι αδιάφορος. Είμαι σχετικά ψηλός, αλλά όχι πολύ. Έχω πλακουτσωτό κεφάλι. Δες το. Από πίσω φαίνεται  σαν αυγό που κάποιος έκοψε, που κάποιος δάγκωσε βίαια. Το πρόσωπό μου δεν είναι άσχημο, μάλλον συμπαθητικό. Τα μάτια μου είναι καφέ, συνηθισμένα. Το ένα έχει ένα μικρό περίεργο εξόγκωμα εντός του. Ακριβώς στο ασπράδι του. Με ενοχλεί να το βλέπω. Γενικά με ενοχλεί να με κοιτάζω. Μου θυμίζω τα λάθη των γονιών μου. Θα έπρεπε να μου θυμίζω την αγάπη της μάνας μου, αλλά μάλλον δεν είναι δεδομένη.
Παρά την περίεργη εμφάνισή μου, με τις γυναίκες δεν έχω αποτυχίες. Ειλικρινά, δεν ξέρω γιατί. Ειδικά αφού χώρισα με τη γυναίκα μου… Α, ναι. Έχω υπάρξει παντρεμένος. Ήταν από αυτές τις σχέσεις-γάμους. Δεκατρία χρόνια αντέξαμε ο ένας τον άλλο. Από το πανεπιστήμιο μέχρι πρόσφατα. Δεν ήθελα να χωρίσω. Αλήθεια, δεν ήθελα. Την αγαπούσα… αλλά πια δεν την ήθελα. Είχαμε πάψει να είμαστε αντρόγυνο. Βασικά, είχαμε πάψει να είμαστε άνθρωποι. Είχαμε γίνει δυο σαρκοβόρα ζώα, που καραδοκούσαν στα δωμάτια του σπιτιού, για να φάει ο ένας τις σάρκες του άλλου. Και υπήρχαν μπόλικες σάρκες να φάμε. Μέσα στα χρόνια του γάμου μας και οι δυο μας είχαμε διπλασιαστεί σε όγκο. Για σεξ ούτε λόγος. Αυτή έβλεπε σε εμένα την αποτυχία της, κι εγώ την παρηκμασμένη αφροδίτη μου. Τι είναι αυτό που μας οδηγεί στην απόλυτη αποξένωση; Εγώ την ήθελα κάποτε αυτή την γυναίκα. Την πήδαγα με όλους τους πιθανούς και μερικές φορές και απίθανους τρόπους. Παρά την σαρκοβόρα σχέση μας, όμως, φοβόμουν να την αφήσω. Μάλλον μου είχε καλλιεργήσει ενοχές τόσο καλά τόσα χρόνια… Σκέφτηκα κάποια στιγμή να της προτείνω να βρούμε εραστές. Αυτή έναν κι εγώ μία. Θα μπορούσαμε έτσι να ξαναδημιουργήσουμε τη φλόγα. Δεν ξέρω πώς. Ίσως να ζήλευα εγω. Ίσως να ζήλευε αυτη και να με διεκδικούσε πάλι. Να με έκανε να νιώσω πάλι ο ένας, ο μοναδικός. Σύντομα κατάλαβα τη ματαιότητα του σχεδίου μου και καταρρακώθηκα. Αδύνατον να επιτευχθεί, κυρίως λόγω συγχρονισμού και απρόβλεπτων παραγόντων. Κι αν αυτή ερωτευτόταν τον εραστή της κι εγώ την ερωμένη μου; Όχι, δεν υπήρχε ελπίδα. Έπρεπε να χωρίσω. Και χώρισα. Μετά βγήκα στο κυνήγι. Νέος πάλι, βρέφος θα έλεγε κανείς και πάλι στην αγορά. Αδυνάτισα. Έγινα πάλι λίγο ερωτεύσιμος. Είχα μια λαχτάρα για νέα σάρκα. Ήθελα να σνιφάρω νέες μυρωδιές καβλωμένων γυναικών, γυναικών που θα κάβλωναν για μένα, ήθελα να ξαναγεννηθώ μέσα από τα βογκητά τους, να ανακάμψει ο χαμένος μου ερωτισμός. Έγινε. Με καλωσόρισαν πολλές γυναίκες. Με καμία δεν είχα διάθεση να κάνω κάτι παραπάνω από μανιασμένο σεξ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επαναπροσδιορισμού μου, την γνώρισα.
Την A την γνώρισα τυχαία, έως και νεορομαντικά. Την γνώρισα αλληλογραφώντας. Όχι με επιστολόχαρτα και μελάνια, αλλά με πληκτρολόγιο και φωτογραφίες. Με αναρτήσεις μουσικής και ποίησης. Με ευφυολογήματα και χιούμορ. Εγώ την προσέγγισα. Μου άρεσε. Είχε αυτό το έξυπνο βλέμμα, που όμως κατι έκρυβε. Αυτό το κάτι ήθελα, έπρεπε να το βρω. Της μιλούσα καθημερινά. Της είπα πράγματα για εμένα πολλά. Της ανοίχτηκα. Μου ήταν εύκολο. Αυτή το καλοδεχόταν. Μου έδινε σημασία. Αλληλογραφούσαμε κάμποσο καιρό, όταν μια μέρα της πρότεινα να περνούσα από τη δουλειά της για να της αφήσω κάτι. Στην πραγματικότητα, ήθελα να την δω από κοντά. Να μυρίσω τα μαλλιά της. Να κοιτάξω στα μάτια της.
Μιλάει η A:
Όταν τον είδα από κοντά, δεν μπορούσα να καταλάβω αν αυτός ο άντρας μου άρεσε ή όχι. Ποτέ δεν είχα μπερδευτει τόσο στη ζωή μου. Σε αυτά τα πράγματα συνήθως ήμουν ξεκάθαρη. Ναι ή όχι. Ποτέ αυτη η καταφατική άρνηση ή η αρνητική κατάφαση. Αυτός με κοιτούσε κατάματα. Αυτό μου άρεσε. Μου αρεσουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν ευθεία στα μάτια. Μου άρεσαν τα μάτια του. Σε αυτό υπήρχε μόνο κατάφαση. Ενώ μιλούσαμε, αυτός με ακούμπησε. Και συνέχισε να με ακουμπά καθόλη τη διάρκεια της συνάντησής μας. Εγώ, στην αρχή τραβηχτηκα σαν να έκανε αυτός την πιο απρεπή κίνηση. Είμαι μέγας υπέρμαχος των προσωπικών τετραγώνων, βλέπετε. Εγώ και ο ζωτικός μου χώρος θα σε δεχτούμε μόνο αφού σε διϋλήσουμε, μόνο αφού σε τεμαχίσουμε και κομμάτι κομμάτι σε εισάγουμε σε αυτόν. Αυτό που έκανε αυτός εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, λίγο διέφερε από ύβρη στα μάτια μου. Όμως, αυτός συνέχιζε, αδιάφορος για τις αρχές μου. Μου πρότεινε να βγούμε.  Δέχτηκα εξακολουθώντας να μην ξέρω γιατί.
Η αλήθεια είναι ότι είχα πολύ καιρό να βγω με άντρα. Μετά την τελευταία μου σχέση, απέφευγα οτιδήποτε θύμιζε ραντεβού. Ή που θα μπορούσε να οδηγήσει σε οτιδήποτε από μια βραδιά σεξ. Εκεί είχα αποφασίσει να περιορίζω τις σχέσεις μου με τους άντρες. Στο σεξ. Στο περιορισμένο χρονικά σεξ. Θα περνούσαμε όμορφα κάποιες ώρες της νύχτας, αλλά μετά φίλε μου θα έπρεπε να πας σπίτι σου. Είναι και αυτό το πρόβλημα που έχω…δεν ξέρω από πού προκύπτει. Να, δεν μου είναι εύκολο να κοιμάμαι με άλλον άνθρωπο στο κρεβάτι. Σε ξένο κρεβάτι δε, δεν κοιμάμαι καθόλου. Οπότε, σεξ και σπίτι σου. Ναι, μπορείς να πεις ότι είχα γίνει λίγο άντρας. Ικανοποιούμουν στην ιδέα ότι τους έδινα να δοκιμάζουν λίγο από το δικό τους φάρμακο. Τι νόμιζες φίλε; Ότι είμαι σαν όλες τις υπόλοιπες που συναντάς; Κάνεις λάθος μικρέ. Κανείς δεν θα με ξαναπονέσει εμένα. Θα με δεις μόνο μία φορά. Δεν θα μου δημιουργήσεις προσδοκία καμία. Ποτέ. Κανείς σας.
Μιλάει η A:
Όταν τον είδα από κοντά, δεν μπορούσα να καταλάβω αν αυτός ο άντρας μου άρεσε ή όχι. Ποτέ δεν είχα μπερδευτει τόσο στη ζωή μου. Σε αυτά τα πράγματα συνήθως ήμουν ξεκάθαρη. Ναι ή όχι. Ποτέ αυτη η καταφατική άρνηση ή η αρνητική κατάφαση. Αυτός με κοιτούσε κατάματα. Αυτό μου άρεσε. Μου αρεσουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν ευθεία στα μάτια. Μου άρεσαν τα μάτια του. Σε αυτό υπήρχε μόνο κατάφαση. Ενώ μιλούσαμε, αυτός με ακούμπησε. Και συνέχισε να με ακουμπά καθόλη τη διάρκεια της συνάντησής μας. Εγώ, στην αρχή τραβηχτηκα σαν να έκανε αυτός την πιο απρεπή κίνηση. Είμαι μέγας υπέρμαχος των προσωπικών τετραγώνων, βλέπετε. Εγώ και ο ζωτικός μου χώρος θα σε δεχτούμε μόνο αφού σε διϋλήσουμε, μόνο αφού σε τεμαχίσουμε και κομμάτι κομμάτι σε εισάγουμε σε αυτόν. Αυτό που έκανε αυτός εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, λίγο διέφερε από ύβρη στα μάτια μου. Όμως, αυτός συνέχιζε, αδιάφορος για τις αρχές μου. Μου πρότεινε να βγούμε.  Δέχτηκα εξακολουθώντας να μην ξέρω γιατί.
Η αλήθεια είναι ότι είχα πολύ καιρό να βγω με άντρα. Μετά την τελευταία μου σχέση, απέφευγα οτιδήποτε θύμιζε ραντεβού. Ή που θα μπορούσε να οδηγήσει σε οτιδήποτε από μια βραδιά σεξ. Εκεί είχα αποφασίσει να περιορίζω τις σχέσεις μου με τους άντρες. Στο σεξ. Στο περιορισμένο χρονικά σεξ. Θα περνούσαμε όμορφα κάποιες ώρες της νύχτας, αλλά μετά φίλε μου θα έπρεπε να πας σπίτι σου. Είναι και αυτό το πρόβλημα που έχω…δεν ξέρω από πού προκύπτει. Να, δεν μου είναι εύκολο να κοιμάμαι με άλλον άνθρωπο στο κρεβάτι. Σε ξένο κρεβάτι δε, δεν κοιμάμαι καθόλου. Οπότε, σεξ και σπίτι σου. Ναι, μπορείς να πεις ότι είχα γίνει λίγο άντρας. Ικανοποιούμουν στην ιδέα ότι τους έδινα να δοκιμάζουν λίγο από το δικό τους φάρμακο. Τι νόμιζες φίλε; Ότι είμαι σαν όλες τις υπόλοιπες που συναντάς; Κάνεις λάθος μικρέ. Κανείς δεν θα με ξαναπονέσει εμένα. Θα με δεις μόνο μία φορά. Δεν θα μου δημιουργήσεις προσδοκία καμία. Ποτέ. Κανείς σας.
Μιλάει ο B:
Το πρώτο βράδι που βγήκαμε ήταν πολύ όμορφη. Γενικά, ήταν πολύ όμορφη. Τόσο που σκέφτηκα, μα γιατί βγαίνει μαζί μου…. Αλλά είχε βγει. Ήδη είχε κάνει το πρώτο βήμα κι εγώ θα την έπειθα να κάνει και το επόμενο. Όταν περπατούσαμε προς το εστιατόριο, την έπιασα από το μπράτσο και άκουγα ό,τι μου έλεγε. Έχει ένα θέμα με την αφή. Μου το παραδέχτηκε και μετά η ίδια. Εγώ δεν έχω καλύτερο από την αφή. Λατρεύω να ακουμπάω. Ονειρευόμουν να ακουμπάω σε λίγες ώρες τη γλώσσα της με τη γλωσσα μου, και αν ήμουν λίγο πιο τυχερός να ράμφιζα λίγο από τον βασιλικό πολτό της. Ναι. Γίνομαι όλα τα ζώα όταν πρόκειται για σεξ.
Πήγαμε για φαγητό. Παρήγγειλα τα πάντα στον κατάλογο. Πεινούσα, ναι, αλλά ήθελα και να την εντυπωσιάσω. Είμαι γενναιόδωρος! Αλήθεια, δεν το έκανα ψεύτικα. Άρχισα να της μιλάω τόσο ελεύθερα, τόσο φλύαρα που ποτέ άλλοτε δεν το είχα κάνει. Είχε μία θετικότητα. Της έπιανα το χέρι για να την σταματήσω όποτε πήγαινε να πει κάτι, γιατί ήθελα, επιβαλλόταν να της πω το δικό μου. Ήθελα να την γεμίσω με όσο περισσότερο από εμένα γινόταν. Δεν της κρύφτηκα. Της τα είπα όλα. Για τη γυναίκα μου και γιατί δεν πήγε. Για το τι μου αρέσει και τι όχι. Και φυσικά ότι δεν θέλω σχέσεις.
Μιλάει η A:
Δεν θέλει σχέσεις; Δηλαδή, ο άνθρωπος που θέλει σχέσεις πώς συμπεριφέρεται; Σκασίλα μου. Ούτε κι εγώ θέλω. Καλύτερα που το είπε. Με έβγαλε από τη δύσκολη θέση να το πω εγώ πρώτη. Εγώ βέβαια ποτέ δεν θα το έλεγα. Θα εννοούνταν. Όλα επάνω μου εννοούνται. Δεν ξεκαθαρίζω ποτέ. Η συμπεριφορά μιλάει καλύτερα από τα λόγια. Ούτε κι εγώ φίλε μου θέλω σχέση. Ακόμα ξεπερνάω πράγματα. Ή χαίρομαι την ελευθερία μου. Ή ναι δεν ξέρω. Όλα αυτά που λένε μετά από 5 χρόνια σχέσης. Άσε που ακόμα δεν έχω καταλήξει αν μου αρέσεις. Από τα δεξιά που σε κοιτάζω, μου αρέσεις. Από τα αριστερά μετά….μάλλον όχι. Ουφ. Αλλά μιλάς όμορφα. Έχεις και ωραία μειλίχια φωνή. Και με ακουμπάς σαν τα ακροδάχτυλά σου να έχουν σκάνερ που διαβάζει το κάθε μου κύτταρο. Με ακουμπάς σαν να σε ενδιαφέρω πολύ. Τι πιο όμορφο από τον αντικατοπτρισμό του εαυτού μας στη λίμνη των ματιών του άλλου; Το είδωλό μας γίνεται ακόμα πιο ελκυστικό. Κατ’ επέκταση και ο άλλος.
Μέχρι το τέλος του ραντεβού, που ήταν ραντεβού τελικά, δεν το έλεγες αλλιώς, και κράτησε κάμποσες ώρες, δεν ήξερα τι ήθελα να κάνω με τον B. Μέχρι που στο τέλος του ραντεβού ο B με φίλησε.
Ανατροπή. Δεν θα το πιστέψεις. Αλήθεια, δεν ξέρω αν σου έχει τύχει. Μια ενέργεια που ξεκινάει ακριβώς από το στομάχι, αλλά ταυτόχρονα νομίζεις ότι σου έρχεται από κάπου έξω. Από το υπερπέραν ας πούμε. Που δεν έχεις εσύ καμία ανάμιξη, ας πούμε. Σαν να έκανε τσουλήθρα από κάποια Γαλακτώδη Οδό και προσγειώθηκε κατευθείαν στα σωθικά σου. Λες και κάτι σου επιβάλει μια έλξη. Λες και δεν είχες ξαναφιληθεί πριν από κανέναν ποτέ. Τρόμαξα. Αλήθεια σου λέω, τρόμος. Δεν έχω χειρότερο από το να μην ελέγχω μια κατάσταση. Την αντίδραση του νου μπορώ να τη δαμάσω. Την αντίδραση του κορμιού πώς;
Μιλάει ο Β:
Ναι. Την ήθελα πολύ. Η γλώσσα της με ενέπνεε. Ήθελα να τη νιώσω παντού. Και πώς με φίλησε…Λες και με φίλαγε ολόκληρη, με τα δάχτυλα, τα νύχια της, τα μαλλιά της. Συμμετείχε όλο της το σώμα. Ειδικά όταν έγειρα ν προσκυνήσω τον σβέρκο της, ξεκινώντας από τη βάση του και καταλήγοντας μέχρι εκεί που στηρίζεται το κεφάλι, ένιωσα ότι ξεκλείδωσα κάτι. Αλήθεια. Μπορεί να άκουσα και θόρυβο, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Έως και το βλέμμα της άλλαξε. Μη μου το κάνεις αυτό μου είπε. Όχι όχι, μου είπε “γιατί μου το έκανες αυτό” παραπονιάρικα σχεδόν. Κιότεψα. Έχασα τη μαγκιά μου. Πίστεψα ότι γινόμουν ρευστός στα μάτια της. Ρευστός να μπαίνω παντού μέσα της. Δεν ξέρω τι θα γινόταν αν δεν με σταματούσε. Ναι με σταμάτησε. Μου λέει νομίζω ότι καλύτερα να βγεις τώρα από το αυτοκίνητο. Πήγαινε σπίτι σου. Θα μιλήσουμε αύριο. Και βγήκα. Ό,τι και αν μου έλεγε εκείνη τη στιγμή, θα το έκανα. Ήμουν στο απώγειο της δουλοπρέπειάς μου. Βγήκα. Κρύο έξω, τέλη Δεκέμβρη. Άλλαζε χρονιά. Ίσως, σκέφτηκα, να άλλαζα κι εγώ.
Μιλάει η Α:
Γίναμε ζευγάρι. Δηλαδή, δεν το βαφτίσαμε ζευγάρι. Αλλά γίναμε. Με μια ηδυπάθεια, σαν μικρές οδαλίσκες περάσαμε σε μια κατάσταση αισθησιασμού. Ποτέ δεν είχα ξανακάνει έτσι σεξ. Ναι. Επιμένω να το λέω σεξ. Δεν το λέω έρωτα. Έρωτας έγινε μετά. Θα σου πω πότε, μη βιάζεσαι. Ήταν σεξ. Ατελείωτες ώρες σεξ. Πηγαίναμε ο ένας στο σπίτι του άλλου και ξεχνιόμασταν σαββατοκύριακα ολόκληρα κάνοντας σεξ και τρώγοντας οποτε θυμομασταν. Ξέχασα κάθε δίλλημα όμορφος ή άσχημος. Για μένα ήταν πια πανέμορφος. Ήταν ο πιο ερωτικός άντρας που είχα γνωρίσει ποτέ. Ακούραστος στο σεξ. Ένας πραγματικός εργάτης του έρωτα. Το καλύτερό μου ήταν, εκεί που κοιμόμασταν, πραγματικά κοιμόμασταν, τον ένιωθα να διογκώνεται εν αγνοία του. Με εξίταρε που τον πρόδιδε το σώμα του, που δεν μπορούσε να κρυφτεί. Με τρέλαινε που ήταν ένα άβουλο ον πίσω από την επιθυμία του.
Εξίσου με εξίταρε το μετά ή ενδιάμεσα. Μάλλον ενδιάμεσα στο σεξ ήταν, γιατί φαίνεται σαν να κάναμε μόνο σεξ. Μου διάβαζε ή μου έπαιζε κιθάρα. Ή μου έλεγε ιστορίες από τη ζωή του. Ήταν ένα πολύ μπερδεμένο πλάσμα. Ένας Πήτερ Παν που δεν ήξερε κατά πού πέφτει η Χώρα του Ποτέ. Έβλεπα τα τραύματά του και τα φιλούσα. Τα κάλυπτα με το χέρι μου και πίστευα ότι όταν θα το απομάκρυνα αυτά θα είχαν ιαθεί. Ναι. Τον ερωτευόμουν. Σε τέτοιο σημείο που πίστευα πως όλη μου τη ζωή ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Δεν μπορούσα να θυμηθώ το πριν πώς ήταν. Θα μου πεις, μα αυτό είναι υπέροχο. Όχι. Δεν είναι. Όχι για μένα. Βλέπεις, δεν μου είχε ξανατύχει αυτό. Μου τύχαιναν πάντα κάπως έρωτες ή αγάπες. Η αγάπη δεν έχει σχέση με τον έρωτα. Η αγάπη δεν έχει ανταγωνισμό, δεν ξυπνά αδηφάγα κανιβαλιστικά συναισθήματα. Η αγάπη δεν ενεργοποιεί τη ζήλεια.
Μιλάει η Γ:
Εκείνους τους μήνες που αυτός ήταν με αυτήν, εγώ τέσταρα τον εαυτό μου με κάποιον άλλο. Βρήκα κάποιον να ασχολούμαι και να ασχολείται κι αυτός μαζί μου. Αλλά ο Β δεν έφυγε ποτέ από μέσα μου ουσιαστικά. Ήταν παρών ακριβώς δίπλα από τον άλλο. Πολλές φορές και επάνω από τον άλλο. Καταστρεφόμουν στην σκέψη ότι είναι μαζί της. Γιατί; Ένα τεράστιο γιατί με κατέκλυε. Πήγαινα να δω τον άνθρωπο που απασχολούσε το νου μου (έτσι τον είχα ονομάσει μέσα μου) και τα βράδια που κοιμόταν δίπλα μου, εγώ άγρυπνη μηχανορραφούσα. Έπρεπε, ήταν επιτακτική ανάγκη να τον ξανακερδίσω. Αν με ρωτάς δεν ξέρω τι υπερίσχυε περισσότερο μέσα μου. Η ανάγκη μου γι’ αυτόν ή η ανάγκη μου να επιβληθώ σε μια άλλη γυναίκα; Ακόμα δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως μια μέρα αποφάσισα να δράσω δυναμικά. Του τηλεφώνησα. Αυτός απάντησε. Μιλήσαμε κάμποση ώρα για το τίποτα. Διακκριτικά του υπενθύμισα την ύπαρξή μου, για να μπορέσει αυτή η ύπαρξη αργότερα, όταν θα το αποφάσιζα εγώ, να τον καπελώσει. Ήξερα πως είναι στην ουσία ένα άβουλο ον όταν πρόκειται για τις γυναίκες. Ο ένας χρόνος σχέσης που περάσαμε μαζί, μου είχε μάθει αυτό που η καημένη Α ακόμα αγνοούσε. Τον μπέρδευε με άνθρωπο. Πίστευε πως έχει ανθρώπινες αντιδράσεις. Θα της έδειχνα πόσο λάθος εκανε.
Μιλάει η Α:
Είχαν περάσει μήνες και ήμασταν ακόμα μαζί. Εγώ χαμένη σε αυτόν. Τον μύριζα επάνω μου ακόμα και όταν δεν ήμασταν μαζί. Είχα αγοράσει το άρωμά του για να τον μυρίζω όταν έλειπε. Ζούσα για την αγκαλιά του για τη φωνή του για το μπλέξιμό μας στο κρεβάτι. Ζούσα για να βλέπω την κάθε μέρα να περνάει, την κάθε εποχή να αλλάζει, μέσα από αυτόν. Με νοιαζόταν. Με φρόντιζε. Αλλά, δεν ξέρω. Ένιωθα πάντα σαν να υπάρχει ένας τρίτος ανάμεσά μας. Μία τρίτη φιγούρα. Όχι η γυναίκα του. Με αυτήν ήξερα πως είχε πια τελειώσει, κι ας κουβαλούσε ενοχές δύο ζωών. Ο τρίτος δεν ήταν καν άνθρωπος. Ήταν μία τάση. Μία τάση απομόνωσης και εγκλωβισμού στον εαυτό. Την πρώτη φορά που το βίωσα, λίγο έλειψε να χάσω το μυαλό μου. Τον έψαχνα και δεν τον έβρισκα για ώρες. Δεν σήκωνε κανένα τηλέφωνο. Δεν απαντούσε σε κανένα μήνυμα. Κι εγώ….εγώ πάλευα με την αρχή μου. Την αρχή της αξιοπρέπειας. Μην τυχόν και καταλάβει πόσο ερωτευμένη ήμουν και με τσαλαπάταγε. Πόσο λίγα ήξερα για τον έρωτα. Κανείς δεν μου είχε πει βλέπεις πως ο έρωτας είναι σαν τον φόβο. Έχει μυρωδια. Κι εγω μύριζα πατόκορφα έρωτα.
Την πρώτη φορά που εξαφανίστηκε λοιπόν, ένιωσα τη ζωή μου να κρέμεται πάνω από ένα τηλέφωνο. Κλισέ άθλιο, αλλά ποτέ δεν είχα βιώσει το βασανιστικό της κατάστασης. Μπορώ, μετά από αυτό να σου πω με ακριβεια, πόσες σταγόνες βροχής αντιστοιχούν στο δευτερόλεπτο. Τις μέτραγα.
Εμφανίστηκε μόνος του. Τσακισμένος. Τυφλωμένος από το φως του έξω κόσμου, σαν τους επιζήσαντες από μεγάλο σεισμό που τους έχουν πλακώσει τα συντρίμια. Τον περιέθαλψα, φυσικά. Ψόφαγα, φίλε, να τον έχω κουρνιασμένο στην αγκαλιά μου και να γλείφω τις πληγές του γι’ αυτόν. Να κάνω όλη τη βρωμοδουλειά εγώ. Και αυτό ήταν το σημαντικότερο μάθημα που πήρα: Ποτέ να μην το ξανακάνω. Γιατί απλά δεν γίνεται. Ακόμα και τον Θεό για να συναντήσεις, πρέπει να μοιράσετε τη διαδρομή. Εσύ λίγη, αυτός άλλη τόση. Μην κάνεις τη διαδρομή και του άλλου. Δεν θα σε βοηθήσει και δεν θα το εκτιμήσει.
Το καλοκαίρι μας ήταν εφιαλτικό. Μου είπε ότι θέλει να πάει μόνος του να κάνει πράγματα, ότι το έχει ανάγκη. Κι εγώ; Εγώ θέτοντας πάνω απ’ όλα την αξιοπρέπεια είπα “ναι, φυσικά, να πας αν αυτό θέλεις”. Έλιωσα. Ένα καλοκαίρι απλά δεν υπήρχα. Πήγα στα ωραιότερα μέρη. Άκουσα τις ωραιότερες μουσικές, αλλά τίποτα. Τίποτα δεν μπορεί να ομορφυνει μία καρδιά όταν αυτή μπάζει από παντού. Όταν έχεις μέσα σου αντάρα, κανείς δεν μπορεί να την καλμάρει, εκτός από αυτόν που στην προκάλεσε.
Κάποια στιγμή, μέσα στον φοβερό μήνα Αύγουστο και ενώ οι μέρες που θα ξανασυναντιόμασταν έφταναν, με πήρε τηλέφωνο. Ένα από τα κάμποσα που μου είχε κάνει. Άκουσα μια γυάλινη φωνή να μου λεει: “Είμαι με μια άλλη γυναίκα”.
Μιλάει η Γ:
Είχε έρθει η στιγμή μου. Θα τα έπαιζα όλα για όλα. Τον πήρα τηλέφωνο, εντελώς στα ξαφνικά και του είπα: “Έχω δύο εισιτήρια για το νησί. Θες να πάμε μαζί;” Να κάνουμε τι, με ρώτησε. Να περάσουμε καλά, του απάντησα, και μετά ο καθενας σπιτι του. Φυσικά ήρθε. Ώρες ώρες σκέφτομαι πόσο ηλίθιοι είναι οι άντρες. Ακόμα και οι πιο έξυπνοι. Ώστε ήταν τόσο εύκολο….
Τελικά όχι, δεν ήταν. Στριφογύριζε τις νύχτες. Πηδηχτήκαμε από τις 5 μέρες μόνο τις 2. Είχε τυψεις; Δεν ξέρω. Πάντως ένα βράδι τον άκουσα να λέει “θα το νιώσει, θα το νιώσει”. Γυρίσαμε στον Πειραιά αμίλητοι. Δεν έμεινα ικανοποιημένη.
Μιλάει ο Β:
Την πήρα τηλέφωνο και της το είπα. Δεν ξέρω γιατί το έκανα… θα με πεις μαλάκα. Αλλά αν σου εξηγήσω… ίσως με καταλάβεις. Τα μάτια της. Φαινόταν σαν να τα καταλαβαίνουν όλα. Ήμουν βέβαιος πως όταν με έβλεπε θα το καταλάβαινε, πώς θα της κρυβόμουν; Η Α είναι σπάνιος άνθρωπος και δουλεμένη ψυχή. Το κατάλαβα με το που την γνώρισα. Προτίμησα λοιπόν να φανώ λίγο άντρας μέσα στη δειλία μου και να της το πω. Δεν ξέρω τι έπαθε. Δεν θέλω να φανταστώ. Δεν ΘΕΛΩ. Μου είπε μόνο “δεν θέλω να σε χάσω από τη ζωή μου”. Ούτε κι εγώ θέλω – ήθελα να ουρλιάξω αλλά δεν το έκανα. Της είπα μόνο, θέλω να σε δω όταν γυρίσω.
Και την είδα. Σπίτι της. Άνοιξε την πόρτα φορώντας ένα κίτρινο φόρεμα τιραντάκι, ξυπόλητη. Μαυρισμένη. Γιατί το κάνει αυτό, σκέφτηκα; Θέλει να με καβλώσει; Είναι δυνατόν; Το πρόσωπό της όμως ήταν σκληρό. Κάθισα κι άρχισα να χαζογελάω ο βλάκας. Από αμηχανία. Το μάτι της άστραψε. Δεν ξέρω τι μου είπε. Δεν θυμάμαι πολύ. Θυμάμαι έντονα το μαλάκας, και ότι είμαι καλός μόνο για ένα πήδημα για τίποτε άλλο. Και ξαφνικά την θυμάμαι να σηκώνεται, να γυρίζει απότομα το κεφάλι της, να με κοιτάζει καταματα και να με χαστουκίζει. “Αυτό για να δεις πώς ένιωσα όταν με πήρες τηλέφωνο”, μου είπε. Και ήταν ατάραχη. Καμία υστερία. Τρόμαξα. Αυτή η ψυχρή έκρηξη οργής, το καταλαβαίνεις; Ψυχρή έκρηξη. Την κοίταξα και την προέτρεψα να μου ρίξει κι άλλες. Το έκανε. Ασταμάτητα. Δεν ξέρω πόσες έφαγα μέχρι που η ίδια σταμάτησε αποκαμωμένη κι εγώ της έπιασα τα χέρια κι έπεσα στα γόνατά μου και της φίλησα τα πόδια. “Είμαι χαλασμένος” της είπα. “Δεν θέλω να σε χάσω”, της είπα. Και ήταν ό,τι πιο ελικρινές μπορούσα να της πω. Με ρώτησε πολλά. Της απάντησα στα περισσότερα. Με ειλικρίνεια. Μετά κάναμε έρωτα. Την επόμενη μέρα με έδιωξε.
Μιλάει η Α:
Ξέρω ότι θα με πεις ηλίθια. Θα σου αντιγυρίσω με αλαζονεία, ότι δεν έχεις ερωτευτεί ποτέ σου πραγματικά. Ποτέ. Το χειρότερο που θα μπορούσα να πάθω, ένιωθα εκείνη τη στιγμή, εκτος από την απιστία, ήταν να τον χάσω. Εξάρτηση. Ξέρεις τι θα πει εξάρτηση; Τον χτύπησα για να δείξω θυμό. Για να προσποιηθώ θυμό. Καταλαβαίνεις; Μπορούσα να του συγχωρήσω τα πάντα. Μετά κατάλαβα ότι αυτό δεν θα ίσχυε και τις επόμενες μέρες. Μετά την ημέρα εκείνη που τον έδιωξα, πάλευα με τη σκιά μου. Ακροβατούσα μεταξύ τρέλας και κατάθλιψης. Δεν θέλω να σου περιγράψω εκείνες τις μέρες. Δεν μπορώ. Ξέρω μόνο ότι υπερίσχυσε η τρέλα. Και τον ξαναπήρα τηλέφωνο. Το αποτέλεσμα ήταν να ξαναρχίσει ένα αέναο αλισβερίσι σάρκας και πόθου μεταξύ μας. Σνιφάραμε ο ένας τον άλλο όπως ο κοκάκιας την πολύτιμη σκόνη του. Και ακριβώς όπως ο κοκάκιας, μετά τη λήξη της συνάντησής μας, έπεφτα κατακόρυφα. Δεν έβλεπε καμία άλλη μου έλεγε. Εγώ τον πίστευα. Ήξερα πως μπορεί να είναι πολλά σκάρτα πράγματα, αλλά όχι ανειλικρινής. Αντίθετα. Είχε μια ειλικρίνια που τσάκιζε κόκκαλα. Από τότε πείστηκα πως τελικά η ειλικρίνια δεν είναι και τόσο μεγάλο προσόν. Όχι αν είναι να διαλύεις έναν άνθρωπο. Έφευγε κι εγώ….έβλεπα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και πάλευα.          Μείνε λίγο ακόμα.
Μια στιγμή. Έτσι όπως σε χαϊδεύει το φως της λάμπας. Έτσι θέλω να σε αποτυπώσω στη μνήμη μου. Γυμνό. Να σε χαϊδεύει το κίτρινο της λάμπας. Με τα μάτια σχεδόν υγρά. Σχεδόν λυπημένα. Να κάθεσαι στην άκρη του κρεβατιου κοιτάζοντας με επιμονή τα δάχτυλα των ποδιών σου.
Κοίταξε με. Κοίτα με σου λέω. Δεν είμαι θυμωμένη μαζί σου. Δεν μπορώ να σου θυμώσω, δεν το ξέρεις; Δεν το έχεις μάθει πια; Θυμώνω μαζί μου, που δεν μπορώ θυμώσω μαζί σου.
Έλα. Σταμάτα να κοιτάς τα δάχτυλά σου. Κοίταξε τα δικά μου, που τα αγαπάς, που είχες ξεκινήσει κάποτε να γράφεις κάτι γι’ αυτά. Τι απόγινε εκείνο το κατι; Το ξεκίνησες ποτέ; Το τελείωσες ποτέ;
Σε αγκαλιάζω από τη γυμνή σου μέση. Κολλάω επάνω σου σαν φανέλα βρεγμένη. “Μπορώ να το συνηθίσω αυτό, ξέρεις” μου είχες πει κάποτε. Και από τότε προσευχόμουν να το συνηθίσεις. Μου πιάνεις τα χέρια και γυρίζεις. Είμαστε αγκαλιά. Μένουμε αγκαλιασμένοι. Γλείφω το πρόσωπό σου. Κλείνω τα μάτια μου και αγγίζω τις βλεφαρίδες σου με τη μύτη μου. Σε γαργαλάει κι εγώ γελάω. Σου ισιώνω τα φρύδια. Μου αρέσει να είναι εν τάξει. Πλαισιώνουν τα μάτια σου. Τα ζεστά, γλυκά σου μάτια.
Σηκώνεσαι. Ντύνεσαι. Δεν μπορείς να μείνεις άλλο. Δεν μπορώ άλλο να σε βλέπω να φεύγεις.
Κάθε φορά που σε βλέπω, είναι σαν να βρίσκω το σπίτι μου. Και κάθε φορά που φεύγεις, μένω άστεγη.
Δεν θα καταλάβω ποτέ γιατί φεύγεις και επιστρέφεις. Δεν θα καταλάβεις ποτέ γιατί δεν σε διώχνω και σε δέχομαι.
Έχεις φύγει. Αλλά εγώ έχω την εικόνα σου, λουσμένη από το φως της λάμπας.
Μιλάει ο Β:
Κάποια στιγμή εξαφανίστηκα. Μαχαίρι. Σταμάτησα να βλέπω την Α. Δεν γινόταν. Η Γ μου το απαγόρευσε. Όχι με λόγια. Με πράξεις. Ναι, τις έβλεπα και τις δύο παράλληλα. Ένα μεγάλο διάστημα. Πριν με κατηγορήσεις ή με συγχαρείς, ανάλογα με το μετερίζι σου, να σου πω, να σου εξηγηθώ. Δεν είχε καμία σχέση η μία με την άλλη. Δεν είναι πως είχα κάποια μανία με κάποιον τύπο. Η μία ήταν μικροκαμωμένη, με μεγάλα μάτια και τετράγωνη. Η άλλη ήταν μεγαλόσωμη, με μάτια και μαλλιά μαύρα σαν τρύπες. Η καθε μια είχε τη δική της μυρωδιά, τη δική της υφή. Φίλε, έχεις επιθυμήσει να φας κάτι πολύ; Να φας ένα κιλό κεράσια μόνος σου, μέχρι να αηδιάσεις; Και μετά να θες να φας σοκολάτα; Και μετά νοσταλγείς τα κεράσια; Αυτό είχα πάθει. Ήμουν ανάμεσα σε δύο γεύσεις, σε δύο υφές, σε δύο μυρωδιές, σε δύο εικόνες. Είμαι ένας ρομαντικός φίλε μου. Δεν ήθελα το κακό καμιάς. Ήθελα ιδανικά να τις έχω και τις δύο. Και εν γνώσει τους.
Η Γ ήταν πιο έξυπνη όμως. Με κατηγορούσε για τις αϋπνίες της, για την κατάντια της, για τα δέκα κιλά που πήρε. Για όλα. Ένα βράδι εκεί που περπατούσαμε και μου φώναζε δημοσίως, άνοιξε την τσάντα της και μου πέταξε στη μούρη ένα μπουκαλάκι βαλεριάνες. “Να πώς με έχεις καταντήσει” μου έκλαψε. Οι ενοχές πάντα βρίσκουν εύφορο έδαφος μέσα μου. Αποφάσισα αυτοστιγμεί ότι η Γ ήταν πιο αδύναμη και ήθελε προστασία. Διάολε, μου το είπε, με είχε ανάγκη. Η Α τα κατάφερνε καλύτερα χωρίς εμένα. Ετσι πορευόμουν με τη Γ. Σχεδόν συζυγικά. Ώσπου κάποιους μήνες μετά, είδα την Α να περνάει και μου ξαναήρθε η επιθυμία για κεράσια. Σχεδόν μου μύρισαν άνθη κερασιάς. Ξέρεις, η εικόνα έχει άρωμα. Της έστειλα μήνυμα. “Θέλω να σε απολαύσω” της είπα. Κι εγώ, μου απάντησε.
Ξαναβρεθήκαμε.
Μιλάει η Α:
Το ήξερα ότι είναι με άλλη. Εξ ενστίκτου. Όταν ξαναβρεθήκαμε το έκανα για να κλείσει ο κύκλος της απάτης. Ή για να γίνει ένα ισοσκελές τρίγωνο, όπου όλοι οι παίκτες να έχουμε το ίδιο μερίδιο ευθύνης. Ιδεατά αυτό θα ήθελα. Ήξερα όμως πως δεν γίνεται. Ο Β κινούσε τα νήματα, γιατί ο Β ήταν αυτός που δεν είχε ξεκάθαρο στόχο. Ο Β ήταν ενα εκκρεμές.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που ενώνει τα σώματα. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που μπορεί να σε κάνει να νιώσεις οικεία με έναν άνθρωπο που δεν θα το νιώσεις με εναν άλλον. Το πρώτο πράγμα που ένιωθα με τον Β ήταν οικειότητα. Όχι για όσα είχαμε ζήσει. Όχι. Από την αρχή ένιωθα οικεία. Είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον πώς γίνεται να νιώθεις οικεία, πώς γίνεται το σώμα σου να αποδέχεται έναν άνθρωπο, που το μυαλό σου απορρίπτει. Δεν ξέρω. Βρες μου απάντηση αν μπορείς.
Μετά από αυτή τη φορά, δεν τον ξαναείδα. Το είχα αποφασίσει ενώ κάναμε έρωτα για 3η φορά εκείνη τη μέρα. Ήταν μέσα μου, ήμουν γύρω του, και σκέφτηκα “δεν θα σε ξαναδώ”. Φεύγοντας μου είπε, “θέλω να σε ξαναδώ”. Του είπα “κι εγώ”. Του είπα ψέμματα.
Μιλάει η Γ:
Τα είχα καταφέρει. Ήταν δικός μου. Δεν τον είχε καμία άλλη. Όλα τα υπόλοιπα κατέρρεαν στη ζωή μου, αλλά ο Β ήταν η σταθερά μου. Ένα μεσημέρι, προκειμένου να ρίξω λίγη λάσπη ακόμα στα θεμέλια, πήρα το κινητό του και το έψαξα. Είδα το όνομά της. Και αυτός να της γράφει για απόλαυση. Αυτός αυτή να απολαμβάνουν ο ένας τον άλλο. Γκρεμός που ανοίχτηκε μπροστά μου κι όλο έπεφτα. Της τηλεφώνησα. Έπρεπε να τη δω. Αυτή κι εγώ θα αναμετριόμασταν. Και ας νικούσε η πιο δυνατή.
Μιλάει η Α:
Πήγα. Με πήρε τηλέφωνο, απάντησα ατάραχη. Και πήγα. Σπίτι της. Δεν την φοβόμουν. Τι να φοβηθώ από ένα πλάσμα κατώτερό μου. Έτσι την έβλεπα. Κατώτερή μου. Φτάνω σπίτι της, η πόρτα μισάνοιχτη. Χτύπησα και φώναξα αλλά δεν πήρα απάντηση, οπότε παραμέρισα διακριτικά την πόρτα και μπήκα.
Πόσο ηλίθιοι είμαστε οι άνθρωποι ορισμένες φορές. Αν όχι όλη μας τη ζωή. Φτιάχνουμε θεωρίες, αρχές, ζούμε βάσει αυτών μόνο και μόνο για να έρθει κάποια στιγμή που το ίδιο το αντικείμενο των θεωριών μας – η ζωή – θα τις γκρεμίσει.
Στο ημισκότεινο σαλόνι έπαιζε ένας δίσκος. Δεν θυμάμαι τι ήταν. Θυμάμαι μια μελωδία, ίσως στην ψελίσω κάποια στιγμή. Αυτή κι αυτός στον καναπέ. Αυτή επάνω του. Γυμνοί κι οι δυο. Νεκροί. Και οι δυο. Το μαχαίρι στο χέρι της το νεκρό και κρύο. Το κεφάλι της ακουμπισμένο στην καρδιά του. Το δικό του γερμένο πίσω, με μάτια απορημένα. Ο λαιμός κομμένος με ένα υπέροχο κόκκινο να φεγγίζει στο ημίφως. Πλησίασα του φίλησα τα μάτια και μετά τα έκλεισα. Αυτή… αυτή την προσπέρασα. Δεν θα της έδινα μεγαλύτερο μερίδιο νίκης από αυτό που της αναλογούσε. Πήρε αυτόν. Δεν θα έπαιρνε και την παράδοσή μου. Εγώ μόνο σε αυτόν παραδόθηκα. Αλλά δεν με λύτρωσε. Αυτή με λύτρωσε. Άθελά της – ή μήπως εντελώς ηθελημένα; – με απέκοψε από τον εφιάλτη μου.
Σου τα γράφω αυτά τώρα ενώ τα πόδια μου βρέχονται από μία θάλασσα του Αιγαίου. Ενώ η πλάτη μου καίγεται από έναν ήλιο. Αφήνω την πλάτη μου να καεί, όπως άφηνα και σε εκείνον το κορμί μου να το βασανίσει. Το κορμί πρέπει να το πονάμε, μου είχε πει, όχι να το λυπόμαστε. Το κορμί μου πονάει, για σένα, καλέ μου, νεκρέ φίλε. Μεγάλε μου δάσκαλε του πόνου και της ανθρώπινης χαλασμένης φύσης. Με τσάκισες, αλλά με μετάλλαξες. Δεν θα με έσωζες ποτέ. Ούτε εγώ εσένα. Η μνήμη μου πάντα θα σε γεννάει. Την ίδια μέρα που πέθανες.
 
 
after-cezanne-2000
 
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s