Το μυστήριο της σουίτας 287 (Μέρος Πρώτο)

Το φως του ήλιου πάντα βρίσκει τρόπο να τρυπώνει ακόμα και στο πιο απόλυτο – φαινομενικά – σκοτάδι. Αυτό ίσως να είναι παρήγορο φιλοσοφικά, όμως δεν το είδε καθόλου έτσι ο Τέλης Μαυρίδης εκείνο το υπέροχο πρωινό κάπου στα μέσα Ιουλίου. Μία εξασκημένη ηλιαχτίδα, τρύπωσε από τα παμπάλαια παντζούρια του δωματίου του και του χάιδεψε τα βλέφαρα. Ο Τέλης βέβαια δεν την ένιωσε και πολύ σαν χάδι. Μάλλον σαν ηλεκτροσόκ. “Αυτά παθαίνεις όταν ξενυχτάς πίνοντας ενώ την επόμενη μέρα σε περιμένει ο γκισές” μουρμούρισε εντός του εγκεφάλου του ο Τέλης και έκανε να σηκωθεί, κάτι που αποδείχθηκε μία όχι τόσο καλή ιδέα. “Να πάρει η οργή αυτά τα σκατς” ξεστόμισε ανάμεσα από τα δόντια του “και αυτές τις αναθεματισμένες Σουηδέζες που πίνουν σαν σφουγγάρια” πρόσθεσε, με ένα ελαφρύ μειδίαμα και σηκώθηκε παραπατώντας από το κρεβάτι.

Άναψε το μάτι στο μικρό κουζινάκι του και σκάρωσε έναν ελληνικό – δυναμίτη. Γύρισε το μάτι στη χαμηλή φωτιά και μπήκε να κάνει ένα ντους. Το κρύο νερό που έπεφτε με ορμή επάνω του σαν να τον συνέφερε κάπως και να ηρέμησε την τρικυμία του κεφαλιού του. “Όταν μεθώ, είναι σαν να είναι μεθυσμένες ακόμα και οι τρίχες του κεφαλιού μου” σκέφτηκε και ορκίστηκε σιωπηλά να μην ξαναπιεί. Τουλάχιστον όχι εκείνη τη βδομάδα.

Τυλίχτηκε με μια πετσέτα και βγήκε, με σαφώς καλύτερη διάθεση απ’ ό,τι είχε όταν μπήκε. Ξυρίστηκε, επιμελήθηκε λίγο την όψη του και πρόλαβε κυριολεκτικά στο τσακ τον ελληνικό του καφέ από το να χυθεί και να τα κάνει όλα μαντάρα. “Και ποιος ακούει την Αριάδνη” σκέφτηκε. Η Αριάδνη, κόρη της ιδιοκτήτριας του σπιτιού που νοίκιαζε την κάμαρή του, μια γλυκιά μεν, αρκετά πλαδαρή δε, κοπέλα, φαίνεται πως ήταν αρκετά τσιμπημένη μαζί του και σχεδόν τον καταδίωκε παντού. Τον παραμόνευε στις σκάλες πότε θα βγει από το δωμάτιο, για να του πει – με μάτια όλο ντροπή και αδημονία – “καλημέρα κύριε Τέλη”. Κύριο τον έλεγε, γιατί φυσικά ττην περνούσε περί τα δώδεκα χρόνια.  “Καλημέρα Αριάδνη” της απαντούσε κι αυτός, όσο πιο σοβαρά μπορούσε κι έκανε να φύγει. Αυτό όμως πάντα τον προλάβαινε, με ένα ποτήρι πορτοκαλάδα – “τον έχει στύψει η μητέρα και είπε να σας τον δώσω όταν ξυπνήσετε” – με ένα βιβλίο που του επέστρεφε – της δάνειζε βιβλία και σταυρόλεξα για να περνάει την ώρα της – ή όπως τώρα καλή ώρα, με ένα γράμμα.

“Κύριε Τέλη, έχετε ένα γράμμα. Το έφερε ο Γιώργος πρωί πρωί με το ποδήλατο και μου είπε να σας το δώσω ιδιοχείρως γιατί λέει είναι “εμπιστευτικόν”. Η λέξη αυτή έκανε το χαμόγελο του Τέλη να σβήσει από τα χείλη του. “Ευχαριστώ Αριάδνη” είπε και το άρπαξε σχεδόν από τα χέρια της. “Κύριε Τέλη, θα….θα μου δώσετε κανένα άλλο βιβλίο όταν γυρίσετε; Αλλά αισθηματικό λίγο. Μπάφιασα με αυτά τα αστυνομικά”. Αντί απάντησης έκανε ένα αόριστο νεύμα.

Διόλου δεν του άρεσε αυτό το “εμπιστευτικόν”.

2933_alexis_old_mykonos1

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s