O Άνιωθος

Ξύπνησε απότομα. Τα μάτια του κοιτούσαν τη γωνία του κομοδίνου.
Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι ήταν εκείνο που τον ξύπνησε. Δεν είχε χτυπήσει το ξυπνητήρι. Άλλωστε ήταν Σάββατο, δεν δούλευε και δεν είχε καμιά δουλειά να κάνει νωρίς για να βάλει ξυπνητήρι. Σηκώθηκε όπως σηκωνόταν όλες τις υπόλοιπες μέρες. Σαν να μην είχε περάσει ύπνος από πάνω του, σαν να μην τον είχαν βαρύνει όνειρα τη νύχτα και το πρωί. Σαν να είχε απλά ξαπλώσει για να ξαποστάσει και τώρα έπρεπε να σηκωθεί για να φέρει κάποια αποστολή εις πέρας.
Πήγε κατευθείαν στην κουζίνα κι έβαλε νερό και δυο κουταλιές γεμάτες καφέ και μισή κοφτή ζάχαρη. Άρχισε να ανακατεύει ενώ κοιτούσε έξω από το παράθυρο της κουζίνας. Τελικά μάλλον παρακοιμήθηκε. Πρέπει να ήταν περασμένες πέντε το απόγευμα. Είχε μπει η άνοιξη για τα καλά. Η μία και μοναδική του γλάστρα, μια νερατζιά, είχε καταφέρει να επιβιώσει από τον χειμώνα και από την κακή του μεταχείριση και τώρα είχε πετάξει ανθάκια λευκά. Δεν τον χαροποιούσε αυτό. Ούτε τον έκανε στενοχωρημένο. Στην πραγματικότητα δεν του προξενούσε κανένα απολύτως συναίσθημα. Αλλά αυτό δεν ήταν κάτι καινούργιο. Όλοι οι γνωστοί του τον έλεγαν κρυφά, πίσω από την πλάτη του άνοιωθο. “Καλός υπάλληλος, αλλά άνοιωθος”. Κανείς δεν μπορούσε να τον πιάσει φίλο. Όχι γιατί δεν ήθελε αυτός. Αλλά γιατί δεν ήξερε τι πρέπει να κάνει για να πιάσει φιλίες.
Βάζοντας τον καφέ στην κούπα, ξαφνικά είχε μία εικόνα. Μία εικόνα που είχε δει στον ύπνο του, ένα όνειρο. Μια σκηνή από μία ταινία. Ή αυτό νόμιζε πως ήταν. Και ξαφνικά σκέφτηκε να πάει σινεμά. Χωρίς να πιεί τον καφέ, ντύθηκε και βγήκε έξω.

Πήγε στον συνοικιακό κινηματογράφο. Είχε ήδη σχηματιστεί μία μικρή ουρά. Δυο άτομα πιο μπροστά παρατήρησε μια κοπέλα, η οποία περιεργαζόταν την αφίσα του έργου που επρόκειτο να δουν. Δεν ήξερε αν ήταν το πρόσωπό της, που του ήταν τόσο οικείο, ή αν ήταν κάτι εντελώς άλλο. Αλλά αυτή η κοπέλα σχεδόν τον μαγνήτισε. Την ακολούθησε υπνωτισμένος μέσα στην αίθουσα. Κάθισε ακριβώς από πίσω της για να μπορεί να την παρακολουθεί, να μυρίζει τα μαλλιά της, να περιεργάζεται τις ανεπαίσθητες κινήσεις της.
Ξάφνου, συνειδητοποίησε ότι η κοπέλα, έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω, πήρε το σακάκι της και το χρησιμοποίησε για κουβέρτα, έκλεισε τα μάτια της και μέσα σε λίγα λεπτά, είχε αποκοιμηθεί. Δεν το έκανε τυχαία. Όλες οι κινήσεις της ήταν προαποφασισμένες. Δεν είχε καν ξεκινήσει το έργο, για να πει κανείς ότι βρήκε την υπόθεση βαρετή και την πήρε ο ύπνος. Έμοιαζε σαν να περίμενε ακριβώς αυτή τη στιγμή, τη στιγμή που θα έμπαινε στην αίθουσα και θα καθόταν στο βαθύ βελούδινο κάθισμα.

Ο άντρας δεν είδε την ταινία. Παρακολουθούσε την κοπέλα και τις γρήγορες κινήσεις των ματιών της κάτω από τα βλέφαρά της και ήλπιζε να πιάσει κάποια εικόνα από τα όνειρά της. Θα πρέπει να πέρασε έτσι κοντά δύο ώρες, ώσπου άναψαν τα φώτα στην αίθουσα και η κοπέλα άρχισε σιγά σιγά να ξυπνά. Με μια ελαφρά συστολή για την πράξη της και εμφανώς νυσταγμένη, άρχισε να ντύνεται.
– Κοιμηθήκατε, της είπε ο άντρας χωρίς να σηκωθεί από την καρέκλα του.
– Ναι, του απάντησε η κοπέλα, κοκκινίζοντας λίγο. Το συνηθίζω.
– Τι εννοείτε;
– Να, το τελευταίο διάστημα δεν μπορώ να κοιμηθώ. Έχω αϋπνίες φοβερές… Και μια μέρα πηγαίνοντας στο θέατρο, να παρακολουθήσω μια παράσταση, χωρίς να το καταλάβω σχεδόν, με πήρε ο ύπνος. Ήταν από τους ωραιότερους της ζωής μου. Έκτοτε το δοκίμασα και σε κινηματογράφο. Και πέτυχε πάλι. Επιδιώκω έκτοτε να κοιμάμαι σε θέατρα ή κινηματογράφους, σε χώρους με κόσμο. Μου προσφέρει ασφάλεια, μάλλον…
Ο άντρας την κοίταζε αποσβολωμένος. Όχι τόσο από την ομολογία της, όσο από την ειλικρίνειά της.
– Θέλω να σας ξαναδώ, της είπε. Δεν θα σας ενοχλήσω. Θα σας αφήσω να κοιμάστε. Ξέρετε, μου συνέβη κάτι. Λένε όλοι πως είμαι άνοιωθος. Πως δεν με συγκινεί τίποτα. Δεν έχουν πολύ άδικο. Όμως, βλέποντάς σας απόψε… ένοιωσα. Το καταλαβαίνετε;
Η κοπέλα τον κοίταξε με κάποια απορία. Στιγμιαία.
– Ελάτε, του είπε. Αύριο. Έρχομαι κάθε μέρα, εκτός από τα σαββατοκύριακα που πηγαίνω σε θέατρα. Οι δύο ώρες ύπνου μου εδώ, είναι ο ύπνος όλης της μέρας μου.
Έτσι και έγινε. Έδιναν το παράξενο ραντεβού τους στη σκοτεινή αίθουσα. Ο ένας στη μία σειρά ο άλλος πίσω, να παρακολουθεί. Ένα βράδυ, μετά από καιρό, ο άντρας πρότεινε στην κοπέλα να την συνοδεύσει σπίτι της. Εκείνη δέχτηκε. Έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας, αποπειράθηκε να τη φιλήσει. Εκείνη τον σταμάτησε.
– Δεν νομίζω ότι πρέπει. Ούτε για εσάς, ούτε για εμένα. Θα μας κάνει κακό, είπε και ανοιξε τρομαγμένη την πόρτα, ανεβαίνοντας τα σκαλιά δυο δυο.
Την επόμενη μέρα η κοπέλα δεν πήγε στον κινηματογράφο. Ούτε τη μεθεπόμενη. Δεν εμφανίστηκε για μία βδομάδα.Ο άντρας πήγαινε υπομονετικά κάθε μέρα και καθόταν στην ίδια θέση.
Τη δεύτερη βδομάδα, ξαναπήγε, αργοπορημένος. Κάθισε στην ίδια θέση. Η κοπέλα ήταν εκεί. Κοιμόταν, όμορφη και ονειρική. Την κοίταξε και σχεδόν χαμογέλασε. Άγγιξε το πουκάμισό του, άνοιξε τα δύο κουμπιά κοντά στο στομάχι του. Χάιδεψε τα εκρηκτικά που είχε ζωστεί και τράβηξε την περόνη.

hcb_natcho-aguirre_1934-web

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s