ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΘΕΡΙΝΟΥ ΕΡΩΤΟΣΤΑΣΙΟΥ, Ι

Το Μαγικό Βουνό

Έφτασε μετά από πολλές στροφές. Και πολλά πλατάνια. «Παραέχει φύση εδώ» σκέφτηκε όχι χωρίς κάποια δυσαρέσκεια. Ήταν λάτρης του γυμνού σεληνιακού τοπίου, της ξεραΐλας των Κυκλάδων, της γυμνής λευκής πέτρας που την ταλαιπωρούσε ο ήλιος κι εκείνη στωικά το υπέμενε. Η πέτρα, σκέφτηκε, δεν ζητάει ποτέ να μεταφερθεί στη σκιά. Απλά περιμένει την σκιά να έρθει σε αυτήν. Αν έρθει. Αισθανόταν και ο ίδιος σαν μια τέτοια πέτρα σε έναν από αυτούς τους αμέτρητους πλινθόκτιστους φράχτες που διαιρούν τη γη σε ονόματα, διάσπαρτοι ανά τα νησιά. Σαν ένας πλίνθος που ξέφυγε από τον φράκτη, που αποκόπηκε, που αποκολλήθηκε, ένας θεός ξέρει γιατί. Ίσως γιατί κάποιος τον κλώτσησε μια νύχτα με δύναμη, έχοντας πιεί πολύ ρακή, για κάποια μάτια που πια δεν τον κοιτούσαν. Και ξεκόλλησε από την κλωτσιά μια μέτρια πέτρα. Στρατηγικά τοποθετημένη, όμως, για τον φράχτη. Τώρα ο φράχτης θα έχασκε, σαν τυφλό μάτι κύκλωπα, σαν ένα φαφούτικο χαμόγελο.

Αυτό το τοπίο του ήταν σχεδόν ξένο. Ένιωθε άβολα με όλη αυτή τη ζωή γύρω του. Κι εδώ υπήρχαν πέτρες, αλλά δεν ήταν μόνες. Φαινόταν να τις συντροφεύει παντού το πράσινο. Φύλλα ξερά ή σάπια τις είχαν αγκαλιάσει και τις θώπευαν γλυκά. Κι αυτές κείτονταν εκεί, θαρρείς ευχαριστημένες. Ενοχλήθηκε. Ήθελε το τοπίο να του μοιάζει. Να τον συντροφεύει στην απόφασή του. Ήθελε να τραγουδάει όλο το σύμπαν τη μοναξιά του αν γινόταν. Δεν είχε χρόνο για να αναθεωρήσει και να αγκαλιάσει την ζωή. Οποιοσδήποτε ύμνος για τη ζωή δεν του χρειαζόταν αυτή τη στιγμή. Ίσως νωρίτερα να είχε κάποιο νόημα. Κοίταξε ερεθισμένος ένα πλατάνι σαν να ξέσπαγε όλο τον θυμό επάνω του. «Είχατε όλο τον καιρό μπροστά σας να μου αλλάξετε τη γνώμη. Τώρα δεν μπορείτε πια. Είναι αργά». Επέστρεψε στο κρεβάτι του. Ξάπλωσε ανάσκελα κοιτάζοντας ευθεία επάνω, τον ανεμιστήρα. Έπειτα με το δεξί του χέρι έκλεισε τα μάτια του. «Έτσι θα είναι, λοιπόν. Αλλά θα βρεθεί κάποιος να μου κλείσει τα μάτια;» Ένα κύμα πανικού ήρθε και ξάπλωσε ακριβώς δίπλα του στο κρεβάτι, σαν μια γυναίκα που έχεις κάνει έρωτα μαζί της και πια δεν θέλεις άλλο. «Πρέπει να βρεθεί κάποιος να μου κλείσει τα μάτια, είναι ανάγκη» σκέφτηκε. Η εικόνα του ίδιου του του πτώματος με ορθάνοιχτα μάτια τον γέμισε ταραχή και φόβο. Κάποιος θα μπορούσε ίσως να διαβάσει τα πάντα σε αυτά τα μάτια. Δεν ήθελε. Έπρεπε να βρει κάποιον, να τον εμπιστευτεί άμεσα και να του κλείσει τα μάτια την κρίσιμη στιγμή. Όλα θα γίνονταν σε μια κατεπείγουσα κατάσταση, όχι με ρυθμούς κανονικής ζωής. Άνοιξε τα μάτια του. Θα εμπιστευόταν τον πρώτο άνθρωπο που θα έβρισκε μπροστά του και θα τον βάφτιζε «νανουριστή» του.

Βγήκε από το δωμάτιο σχεδόν τρέχοντας και σχεδόν με κάποια χαρά. Δίστασε ενώ κλείδωνε την πόρτα, ότι δεν του επιτρέπεται να χαίρεται. Αμέσως γέλασε με τον εαυτό του. Αυτοί οι ψυχαναγκασμοί τον οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Καλά, ναι, και αυτοί. Από εδώ και μπρος αποφάσισε να κάνει ό,τι ακριβώς του κατεβαίνει στο μυαλό. Και με αυτή τη σκέψη ένιωσα σαν να κλείδωσε μόνη της η πόρτα. Το ότι σφύριζε κατεβαίνοντας τις σκάλες, προτίμησε να το αφήσει ασχολίαστο ο εισαγγελέας του μυαλού του.

Έφτασε στην μεγάλη φιλόξενη αυλή που έβλεπε στη θάλασσα. Βράχος. Να. τελικά δεν ήταν τόσο άσχημο αυτό το μέρος. Να δεις που μπορεί και να μου αρέσει μέχρι το τέλος.

Ένα παντζούρι άνοιξε βίαια και μια γυναίκα βγήκε στο μπαλκόνι σαν κυνηγημένη. Φορούσε μαύρα και έμοιαζε κλαμμένη. Μονολογούσε; Ναι, ήταν βέβαιος. Εκτός αν μιλούσε σε κάποιον μέσα στο δωμάτιο…δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Αλλά ναι, αυτή. Αυτή θα ήταν ο νανουριστής του. Την  κοίταξε χωρίς καμία βιασύνη. Την κοίταξε και της εμπιστεύτηκε την συνέχειά του.

Έκλαιγε. Και καταριόταν. Και μίλαγε. Του μίλαγε. Δεν ήθελε, του έλεγε, δεν ήθελε να πάει. Γιατί αυτήν; Ποτέ της δεν είχε πιστέψει. Ποτέ της δεν είχε νηστέψει ή είχε προσευχηθεί. Γιατί λοιπόν της εμφανίστηκε; Και πού να το πει; Πού να μιλήσει για εκείνο που είχε νιώσει πριν δύο εβδομάδες; Ήταν μια συνηθισμένη θα έλεγε κανείς μέρα της. Είχε υποδεχθεί τρεις πελάτες, και είχε περάσει ήσυχα. Καμία περίεργη κατάσταση. Κανένα βίτσιο. Μόνο ο γνωστός μικρός της φίλος, ένας νάνος, που είχε έρθει για να την αποχαιρετίσει. Θα έφευγε πάλι με το καράβι και τι ήθελε να της φέρει; Όλα πήγαιναν περισσότερο από καλά μέχρι που μπήκε στο μπάνιο να καθαριστεί από τα τελευταία νεκρά σπόρια που είχαν μείνει στο σώμα της. Εκεί που τριβόταν με επιμέλεια, της ήρθε μια εικόνα σαν όραμα: Το κορμί της σαν ένα λιβάδι νεκρών λουλουδιών. Μικρά λουλούδια όλων των χρωμάτων, με μικρά χεράκια που έτειναν προς αυτήν και κόβονταν προτού καλά καλά την αγγίξουν, και μετά μαραίνονταν, παίρνοντας ένα χρώμα ώχρας, κατέληγαν μεγάλες μαβιές στάμπες επάνω της, μέχρι που το κορμί της έγινε ένα ψηφιδωτό νεκροταφείο λουλουδιών. Το βλέμμα της περιπλανιόταν στο κορμί της ζητώντας βοήθεια, δεν ήθελε να πεθάνουν τα λουλούδια, ήθελε χρώματα και ζωή. Κι εκεί το ένιωσε. Κατάλαβε ένα χέρι στην πλάτη της να την παρακινεί να βγει από το μπάνιο, να ντυθεί, και ωθώντας σχεδόν τα μικρά της βήματα – έν’ δυο σαν μια μικρή υπνωτισμένη στρατιωτίνα – ανέβηκε τρία πέτρινα πλατύσκαλα και μπήκε στην εκκλησία. Τον κοίταξε στα μάτια και η σιωπηλή τους συμφωνία σφραγίστηκε. Βγήκε από την εκκλησία, γύρισε στο σπίτι, μάζεψε πολύ λίγα πράγματα κι έφυγε για το βουνό. Εκεί της είχε πει. Σε μια μονή.

Πήγε νωρίτερα απ’ ό,τι προέβλεπε η συμφωνία τους σε μια προσπάθειά της να σπάσει τα αόρατα δεσμά. Του μιλούσε, τον παρακαλούσε να την ακούσει να του εξηγήσει. Δεν εννοούσε αυτό όταν παρακαλούσε για τα λουλούδια, όχι. Δεν ήθελε αυτό. Αλλά κανείς δεν την άκουγε. Κανένα χέρι στην πλάτη της αυτή τη φορά. Εκκωφαντική σιωπή. Μόνο ένα φλύαρο βλέμμα εκεί στην αυλή την ανάγκασε να σταματήσει τον θρήνο της. Κατευθύνθηκε πειθήνια από το δωμάτιό της προς την αυλή, προς τον άντρα που την κάλεσε. Γιατί την κάλεσε. Μπορεί να είχε πάρει μια απόφαση, αλλά ήξερε πότε ένα ανδρικό βλέμμα καλεί. Σχεδόν εκλιπαρεί.

Στάθηκαν απέναντι. Μια πέτρα κι ένα λουλούδι. Πόση επαφή μπορεί να έχουν αυτά τα δύο; Της μίλησε πρώτος. Της είπε για την απόφασή του.

– Πρέπει να πεθάνω, της είπε. Πρέπει να με βοηθήσεις. Πρέπει να μου κλείσεις τα μάτια όταν γίνει. Για να μην καταλάβει κανείς ποιος ήμουν. Για να μην αποκρυπτογραφηθεί η αλήθεια μου. Την κρύβω χρόνια ολόκληρα εμμονικά σχεδόν.

– Καταλαβαίνεις ότι σε μένα πρέπει να την πεις; Δεν θέλω να στην κλέψω όταν θα είσαι νεκρός. Δεν θα στηλίτευα ένα πτώμα. Έχω κάνει πολλά. Όχι όμως αυτό.

Ο άντρας-πέτρα δίσταζε.

– Μην φοβάσαι. Πρόκειται να γίνω καλόγρια. Μπορώ να είμαι ο εξομολογητής σου.

Κίνησαν για την θάλασσα που απλώνονταν μπροστά τους. Σαν από εικόνα ονειρική δεν υπήρχε κανείς εκεί. Ένα έρημο σεληνιακό τοπίο περίμενε τον άντρα. Από πίσω, ένα λιβάδι πολύχρωμα λουλούδια κοίταζαν την γυναίκα. Ικανοποιημένοι και οι δύο γδύθηκαν, όπως ταίριαζε σε αυτό που επρόκειτο να κάνουν.

– Η αλήθεια χρειάζεται γύμνια. Μόνο τότε είμαστε ειλικρινείς, του είπε με μια φωνή ανθρώπου που ξέρει τι λέει.

– Ξεκίνα να μου λες, του είπε.

Την κοίταξε στα μάτια και άνοιξε το στόμα του έτοιμος να αφήσει έναν εμετό λέξεων να βγει.

– Όχι στα μάτια. Ποτέ στα μάτια. Τα μάτια θα δακρύσουν και θα ξεπλύνουν την αλήθεια σου. Εδώ, εδώ απ’ όπου γεννήθηκες. Εδώ θα κοιτάς.

– Μπορώ να δω το μουνί σου, αλλά όχι τα δάκρυά σου; κάγχασε.

– Φυσικά ανόητε. Μίλα μου λοιπόν.

Της τα είπε όλα. Κοιτάζοντας απευθείας το μυστικό της λουλούδι. Έκλαψε ο ίδιος, αλλά ήταν σίγουρος ότι αυτή παρέμενε ανέκφραστη, όπως αρμόζει σε έναν πραγματικό εξομολογητή. Μόνο όταν τελείωσε, έπιασε το πηγούνι του και τον ανάγκασε να την κοιτάξει. «Σε συγχωρώ» του είπε.»Σου δίνω άφεση. Τώρα μπες μέσα μου».

Κυλήστηκαν για μέρες εκεί, στην σεληνιακή παραλία. Διάφορα πτηνά που πέρασαν ισχυρίζονται πως έμειναν δέκα μέρες. Αλλά τα πουλιά σπάνια λένε αλήθεια. Είναι στη φύση τους να διαδίδουν ψέμματα για μαγικά μέρη και για το ότι η γη είναι στρογγυλή.

Βρίσκονται ακόμα σε αυτή την παραλία. Τρώνε ο ένας λίγο από τον άλλο και πίνουν νερό που βγαίνει από τα λουλούδια στο πίσω λιβάδι. Η γυναίκα είδε τς κηλίδες στο σώμα της να εξαφανίζονται και καμία φωνή δεν την παρακίνησε να φύγει. Ο άντρας χαμογελάει συχνότερα και αναπνέει σχεδόν κανονικά.

Τελικά έγινε έτσι. Ο ένας ήταν η εκπλήρωση του άλλου.

vanna

(* φωτογραφία της Βάννας Χατζηδήμου)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s