Little Girl Blue (ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ)*

Γεννιέσαι στις 2 Δεκεμβρίου 1923 ως Σοφία Καικιλία Κάλος, στο νοσοκομείο Flower στη Νέα Υόρκη. Κάποιος ρομαντικός ίσως έλεγε ότι το νοσοκομείο που γεννήθηκες σε προσδιόρισε, έκανε τη μοίρα σου όμοια με εκείνη ενός άνθους. Βαφτίζεσαι Anna Maria Sofia Cecilia Kalogeropoulos. Κατόπιν θα αλλάξεις το επίθετό σου στο πιο εύηχο, Κάλλας, μια δισύλλαβη ψαλμωδία στα χείλη σχεδόν όλου του κόσμου.

Οι γονείς σου μάλλον δεν αγαπήθηκαν. Αλλά ποιος μπορεί να το ξέρει αυτό; Μάλλον δεν ήταν συμβατοί. Ο πατέρας σου, ένας ήσυχος άντρας χωρίς φιλοδοξίες, γνωρίζει την μητέρα σου Ευαγγελία “Λίτσα” μια γυναίκα γεμάτη όνειρα και “θέλω”. Για τους άλλους. Η μητέρα σου περίμενε ένα αγόρι, όνειρο κάθε ελληνίδας μητέρας, ίσως για να μπορέσει να αγαπήσει χωρίς φραγμούς έναν άντρα. Το αγόρι ήρθε και έφυγε πολύ σύντομα από μηνιγγίτιδα. Μένοντας έγκυος ξανά, ελπίζει σε ένα γιο και πάλι. Γεννιέσαι εσύ. Δεν σε κοιτάζει για τέσσερις ολόκληρες μέρες. Άραγε θα το θυμάσαι αυτό σε όλη σου τη ζωή; Να εγγράφηκε σε κάποιο μυστικό κύτταρο της ύπαρξής σου; Πιθανόν. Γιατί οι σχέσεις σας ποτέ δεν έγιναν καλές. Όταν στα τρία σου η μητέρα σου ανακάλυψε ότι έχεις μουσικές δυνατότητες, σε ανάγκαζε να τραγουδάς. Τραγουδάς από τα πέντε σου. Και το μισείς.

Χρέωσέ της όμως ένα καλό: το να είναι η μητέρα που σπρώχνει το παιδί της στην σκηνή, σε έδωσε στον κόσμο. Σε έκανε να εφεύρεις μια μάσκα, μια άλλη προσωπικότητα, που θα κάλυπτε το χοντρό και άσχημο κορίτσι που το έσερνε η μητέρα του να τραγουδάει σε φίλους και σε κοινό. Σε έκανε αυτό που είσαι. Σε αποθέωσε. Μήπως όμως έμεινες εσύ, εσύ η Μαρία, για πάντα κρυμμένη κάτω από αυτή τη μάσκα;

Στα χρόνια που ακολουθούν φεύγεις από την Αμερική μαζί με την μητέρα και την αδελφή σου. Ο κύριος Γιώργος και η κυρία Λίτσα δεν είναι πια μαζί. Επιστρέφετε, οι τρεις Κάλλας, στην Αθήνα, όπου γράφεσαι στο Ωδείο, κατόπιν της μητρικής πίεσης. Δεν θα συγχωρήσεις ποτέ την μητέρα σου που σου στέρησε την παιδική σου ηλικία. θα πεις κάποτε “Η αδελφή μου ήταν αδύνατη και όμορφη και η μητέρα πάντα την προτιμούσε. Εγώ ήμουν το ασχημόπαπο, χοντρή και άτσαλη και μη δημοφιλής. Είναι πολύ σκληρό να κάνεις ένα παιδί να αισθάνεται άσχημο και ανεπιθύμητο. Ποτέ δεν θα της συγχωρήσω που μου πήρε την παιδική μου ηλικία. Όλα αυτά τα χρόνια που θα έπρεπε να παίζω και να αναπτύσσομαι, εγώ τραγουδούσα και έβγαζα χρήματα. Ό,τι έκανα γι΄αυτούς ήταν βασικά καλό και ό,τι έκαναν για εμένα ήταν βασικά κακό”.  Και κάπου αλλού είπες “Θα έπρεπε να υπάρχει ένας νόμος που να στέκεται εμπόδιο στη θέληση τόσων παράλογα φιλόδοξων μητέρων οι οποίες όμως μέσα στον φανατισμό τους ενδιαφέρονται για την κερδοσκοπική πλευρά του πράγματος. Δεν είναι σωστό να στερείς από ένα παιδί τα παιδικά του χρόνια, εκείνη την χωρίς όρους στοργή που δικαιούται. Εγώ ένιωθα ότι με αγαπούσαν μόνο όταν τραγουδούσα”. Σε καλούς σου φίλους – γιατί είχες και καλούς φίλους – κάποτε είχες πει ότι κατά την διάρκεια της Κατοχής η μητέρα σου σε ανάγκαζε να βγαίνεις με άντρες, Ιταλούς και Γερμανούς, για να εξασφαλίζεις χρήματα. Δεν σε άγγιξαν ποτέ, διατείνεσαι, αλλά ποτέ δεν συγχώρησες αυτή την σχεδόν εκπόρνευση που σου επέβαλε. Προσπάθησες να τα βρείτε. Σε κάποια περιοδεία την πήρες μαζί, στο Μεξικό, αλλά ούτε αυτό βοήθησε το τραύμα σας να κλείσει. Μετά από μια σειρά απειλητικά και άσχημα γράμματα, σταματάς διά παντός να επικοινωνείς μαζί της.

Στην Αθήνα μαθαίνεις τα πρώτα σου μουσικά γράμματα. Η δασκάλα σου Μαρία Τριβέλλα εντυπωσιάζεται τόσο από το ταλέντο σου που δέχεται να σε αναλάβει δωρεάν. Εσύ από την άλλη δεν φαίνεται να την εκτιμάς και τόσο. Έχεις χαρακτηρίσει την περίοδο μαθητείας στην Τριβέλλα ως “χάσιμο χρόνου” κι έχεις πει πως το καναρίνι σου ο David σου έμαθε περισσότερα.

Είσαι ένα κορίτσι που μιλάει στα πουλιά, στη γλώσσα τους. Ντροπαλή και σεμνή, ακόμα δεν μπορείς να συνηθίσεις τον εαυτό σου, περιτυλιγμένο από ένα σώμα που δεν σου ανήκει. Ξέρεις ότι θα αλλάξεις.

Το 1939 γίνεται δασκάλα σου η Elvira de Hidalgo μια γυναίκα μητέρα στη θέση της αυστηρής μητέρας Ευαγγελίας. Πηγαίνεις όταν ανοίγει το Ωδείο και φεύγεις με τον τελευταίο μαθητή. Πριν σε αναλάβει, απλά πηγαινες να παρακολουθείς. Μα γιατί μένεις τόσες ώρες, σε ρωτάει κάποτε. Μα, γιατί πιστεύω πως έχω να μάθω κάτι ακόμα και από τον χειρότερο. Ακόμα και ο χειρότερος μαθητής μπορεί να κάνει κάτι που ένα μεγάλο ταλέντο δεν το έχει σκεφτεί».

Κάνεις τις πρώτες σου εμφανίσεις στην Αθήνα, ώσπου το 1944, και ενώ η αμερικανική πρεσβεία απειλεί ότι θα χάσεις την ιθαγένεια, επιστρέφεις στις ΗΠΑ και στον πατέρα σου.

Το 1946, κατόπιν αλεπάλληλων οντισιόν σου προτείνονται δύο ρόλοι στη Metropolitan Opera που προς έκπληξη του γενικού διευθυντή, τους απορρίπτεις. Δεν σου πάει να τραγουδήσεις Fidelio στα αγγλικά, και ο ρόλος της Μαντάμ Μπατερφλάι θεωρείς ότι δεν ταιριάζει στο φιζίκ σου.

Το 1949 βρίσκεσαι στη Νάπολη για τις πρόβες της Gioconda. Γνωρίζεις τον κ. Giovanni Battista Meneghini, επιχειρηματία και εραστή της όπερας. Θα τον θαμπώσεις. Θα σε λατρέψει. Θα σε αναλάβει. Θα σε παντρευτεί.

Το ίδιο καλοκαίρι θα γνωρίσεις το Tulio Serafin, που μετά την Χιντάλγκο αποτελεί έναν ακόμη δάσκαλο. Πρέπει να θυμόμαστε στις προσευχές μας τον κ. Σεραφίν πού και πού. Αναγνώρισε το υποκριτικό σου ταλέντο ανάμεσα σε όλα τα άλλα. Και έβγαλε την όπερα από την μέχρι τότε στατικότητα. Έδωσες πνοή σε κάτι παλιό. Η όπερα έχει προ καιρού πεθάνει, έχεις πει. Εσύ της έδωσες το φιλί της ζωής.

“Αυτό που έμαθα από τον Tulio Serafin ήταν ότι πρέπει να υπηρετώ τη μουσική, γιατί η μουσική είναι τόσο τεράστια και μπορεί να σε περικαλύψει σε μια τέτοια κατάσταση αέναης ανησυχίας και βασανισμού, που είναι το πρώτο και βασικό μας καθήκον. Πάντα βρίσκεις ένα λόγο για κάτι. Αυτό που μου είχε πει ήταν όταν ψάχνεις να βρεις μια κίνηση, όταν θέλεις να βρεις πώς να παίξεις στην σκηνή, το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να ακούσεις τη μουσική. Αν πραγματικά μπεις στον κόπο να ακούσεις με τα αυτιά και την ψυχή σου – και αναφέρω την ψυχή και τα αυτιά γιατί το μυαλό πρέπει να εργάζεται, αλλά όχι υπερβολικά –  θα βρεις κάθε κίνηση εκεί. Και είναι τόσο αλήθεια αυτό, ξέρετε».

Το 1948 ερμηνεύεις για πρώτη φορά ΝΟΡΜΑ, μια όπερα που θα τραγουδήσεις τις περισσότερες φορές στη ζωή σου.

Επηρεάστηκες άραγε από τη Νόρμα; Από όλες αυτές τις τραγικές φιγούρες γυναικών που ισορρόπησαν στο δίπολο πάθος – προδοσία και μετά κατακρυμνίστηκαν όταν έγειρε η πλάστιγγα;

Είσαι στην κορυφή. ΕΙΣΑΙ Η ΚΟΡΥΦΗ. Είσαι η Τέχνη. Δίνεις κομμάτια σου σε κάθε παράσταση στο πεινασμένο κοινό και τους τρέφεις. Ίσως και για την ζωή τους ολόκληρη. Θυμάσαι πάντα αυτό που σου είχε πει ο Σεραφίν για το κοστούμι. Πάντα πρέπει να είναι το καλύτερο, το πιο εντυπωσιακό, θα σε κοιτάζουν στα κενά σου, θα σε διαμμελίζουν μέχρι να κινηθείς, οπότε δώσε τους το καλύτερο. Και το κάνεις. Ο Βισκόντι σε εκτόξευσε. Αλλά δεν μπόρεσε να σε διδάξει. Τα ήξερες όλα καλύτερα απ’ όλους, θα πει ο Τζεφιρέλι. Πώς να της διδάξεις πώς να παίξει την Τραβιάτα; Δεν σε δίδαξε καμία Τραβιάτα και καμία Σονάμπουλα. Όμως, έφτιαξε την περσόνα σου. Έφτιαξε την Κάλλας. Εσύ φυσικά δεν ήσουν μαριονέτα κανενός. Έτσι νόμιζες, φτωχή μου Μαρία. Γλυκό, αδέξιο κορίτσι, που ποτέ δεν πίστεψες στην κομψή γυναίκα που έγινες….

Εκείνη τη χρονιά, εμφανίζεται ο Άρχων των Μαριονετών. Ο Έρωτας.

Με τον Μενεγκίνι ήσασταν σύντροφοι. Και ήταν ό,τι έπρεπε για να χτιστεί ο μύθος σου. Για να γίνεις η Κάλλας. Ποτέ δεν ακούστηκε τίποτα για εσένα. Κανένα ερωτικό σκάνδαλο. Πιστή και αφοσιωμένη. Στην καριέρα σου. Και στον Μενεγκίνι. Στο σώμα σου, όμως; Πώς περιμένεις να αντιδράσει ένα σώμα που δεν έχει λατρευτεί που δεν έχει πονέσει από έρωτα; Που δεν το έχει χτυπήσει το πάθος; Που δεν το έχει μελανιάσει ανδρικό στόμα;

Ο Αριστοτέλης Ωνάσσης ήταν το 1957 ο πιο διάσημος Έλληνας. Η Μαρία Κάλλας ήταν η πιο διάσημη Ελληνίδα. Πόση χημεία μπορεί να δημιουργηθεί σε αμφίδρομα τρόπαια;

Σας φέρνει κοντά η Elsa Maxwel, η διαβόητη κουτσομπόλα του Χόλιγουντ, που εκτός από μεγάλη θαυμάστρια της καλλιτέχνιδας Κάλλας ήταν και θαυμάστρια της γυναίκας Κάλλας. Υπάρχει μία φωτογραφία από εκείνη τη βραδιά που ο Αριστοτέλης σου φιλά επίμονα το χέρι κι εσύ χαμογελάς σχεδόν ντροπαλά, αλλά και με έναν κρυφό θρίαμβο. Ήταν γνωστό ότι ήθελες να κατακτήσεις την jet set κοινωνία, μετά την λυρική σκηνή. Ανοησίες. Ήθελες να αγαπηθείς και να καείς. Το ευχόσουν κρυφά τα βράδια που έπεφτες για ύπνο δίπλα στον Τίτα σου, στον καλό, υποστηρικτικό, πατρικό Τίτα. αλλά μια γυναίκα σαν εσένα Μαρία, δεν μπορεί να μην αποζητούσε να καεί από έρωτα. Καιγόσουν κάθε βράδυ στη σκηνή. Έβαζες φωτιά στη Βιολέτα, στη Νορμα, στην Τόσκα. Αυτό σε ξεχώρισε. Η φωτιά που έβαζες στον εαυτό σου σαν να μην υπήρχε αύριο.

Το 1959 σας προσκαλεί εσένα και τον Τίτα σε κρουαζιέρα με την ΧΡΙΣΤΙΝΑ. Γυρίζοντας από την κρουαζιέρα, πάντα φιλαλήθης και ειλικρινής, πάνω απ’ όλα στον εαυτό σου, ζητάς από τον Μενεγκίνι να χωρίσετε γιατί είσαι ερωτευμένη με τον Αριστοτέλη. Αυτός αρνείται να σε χωρίσει. Σε βασανίζει κάμποσο καιρό έτσι.

Από τότε είσαι μαζί με τον Αρίστο. Ο Αρίστος και η Μαρία, όμορφοι μελαμψοί Έλληνες. Η επαλήθευση ολων των κλισέ. Πάθος, έρωτας, δύναμη, αφοσίωση. Το τελευταίο μόνο από την πλευρά σου βέβαια. Ο Αριστοτέλης ήταν ο τυπικός Ανατολίτης. Και αυτό σου άρεσε. Εσύ ήσουν μία γυναίκα που ήθελε να την δαμάσουν και να αφοσιωθεί στον έναν και μοναδικό. Τον βρήκες στα μάτια του άσχημου, αλλά βαρβαρωδώς γοητευτικού Αριστοτελη.

Ο Ωνάσσης δεν είχε καμία εκτίμηση για την καλλιτεχνική οντότητα Κάλλας. Όταν  έφευγες για να δώσεις κάποια ρεσιτάλ – σε ρεσιτάλ είχες περιοριστεί όσο ήσουν με τον Ωνάσση – σου έλεγε “δεν καταλαβαίνω γιατί τραγουδάς. Αφού έχω τόσα λεφτά”.

Στις καλύτερες περιόδους σας σε έλεγε “διασκεδάστρια”. Στις χειρότερες ότι έχεις “σφυρίχτρα στο λαιμό σου”. Πόσο τσαλαπατούσε αυτό το εύθραυστο εγώ. Αυτό το εγώ που πάλευε να στηριχτεί μέσα από το θεϊκό σου ταλεντο. Όταν σου έλεγε αυτά ο Αριστοτέλης, διαγράφονταν μεμιάς όλοι οι Σεραφίν και οι Βισκόντι του κόσμου. Όλα τα λουλούδια που σου πετούσαν γίνονταν σπαράγγια, όπως τότε στις πρώτες σου εμφανίσεις στη Σκάλα, θυμάσαι;

Ήθελες τόσα από αυτόν. Απαιτούσες τα πάντα. Γιατί έδινες τα πάντα. Όμως, αυτός δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον εαυτό του, Μαρία. Ο κάθε άνθρωπος έχει την πορεία του εγγεγραμμένη στο DNA του. Εσύ προσπάθησες να ξεφύγεις από αυτό, αλλά ούτε κι εσύ τα κατάφερες. Πώς περίμενες από αυτόν να ξεφύγει; Αυτός ήταν προγραμματισμένος να κατακτά κάθε φορά και άλλη κορυφή. Αφού κατέκτησε εσενα, παρενέβη η ζωή και χήρεψε η πρώτη Κυρία των ΗΠΑ. Μια άλλη κορυφή τον καλούσε. Πιο προκλητική. Και πιο υψηλή.

Μαθαίνεις ότι παντρεύεται μία άλλη γυναίκα, το 1968, στο εκκλησάκι στον Σκορπιό. Το αγαπημένο σου μέρος, που πήγαινες για να συγκεντρωθείς και για να προσευχηθείς. Δεν έχει τόση σημασία για σένα ποια παντρεύτηκε. Δεν έβλεπες την πρώτη κυρία των ΗΠΑ. Έβλεπες μία άλλη γυναίκα που απλά κατάφερε – πώς διάολε; – αυτό που δεν κατάφερες εσύ με όλη σου την αγάπη και την αφοσίωση. Μία επισημοποίηση. Χρόνια το συζητούσατε, αλλά ποτέ δεν έγινε. Υπάρχει ο μύθος του παιδιού που συνέλαβες και σε ανάγκασε να ρίξεις. Ευσεβής πόθος των θαυμαστών και υποστηρικτών σου; Ποιος το ξέρει…

Καταρρέεις.

Είχες αφήσει το ένα σου πάθος για να αφοσιωθείς στο άλλο. Ή μάλλον άρχιζε να σε εγκαταλείπει το ένα σου πάθος. Η μουσική και η φωνή σου δεν ήταν πια όπως στην ακμή σου και όλοι το έβλεπαν, πρώτη απ’ όλους εσύ. Και πώς να είναι; Το υπερχρησιμοποίησες, το έκαψες, το τεντωσες μέχρι να σπάσει. Όμως, δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Οτιδήποτε άλλο, απλά δεν θα ήταν Κάλλας.

Αναρωτιέμαι συχνά τι είναι αυτό που κάνει έναν καλλιτέχνη μεγάλο. Και νομίζω πως έχω καταλήξει. Η Αλήθεια του. Αν δεν είσαι αληθινός, η σκηνή θα σε ξεράσει, θα σε φτύσει. Το κοινό θα μυριστεί το ψέμα σου και θα σε κατασπαράξει. Ελεγες, όταν είναι στη σκηνή βρίσκομαι στο σκοτάδι. Κάποιος κυνικός θα το έπαιρνε κυριολεκτικά, μιας και η μυωπία σου ήταν παροιμιώδης. Μπορεί και να το εννοούσες, καθώς το χιούμορ σου ήταν κοφτερό. Εγώ νομίζω ότι το εννοούσες ακόμα πιο κυριολεκτικά. Ένα βαθύ πραγματικό σκοτάδι βρίσκεται με αυτόν που λέει Αλήθεια επάνω στην σκηνή. Το κορμί πηγαίνει στα τυφλά, όχι γιατί δεν βλέπει. Μα, γιατί ξέρει πού πηγαίνει ακόμα και χωρίς να βλέπει. Οι άπειρες πρόβες το εξασφαλίζουν αυτό, ναι. Όμως, πάνω απ’ όλα στο εξασφαλίζει το ένστικτο. Αυτό σε οδηγεί στο σκοτάδι της σκηνικής μοναξιάς.

Δεν έχεις πολύ άδικο λοιπόν όταν είπες ότι είσαι μόνη. Στη σκηνή πάντα είσαι μόνος, κι ας είσαι με τον πολυπληθέστερο θίασο, κι ας υπάρχουν δεκάδες τεχνικοί να σε υποστηρίζουν. Είσαι γυμνός και μόνος.

Οι γιατροί σου λένε ότι πρέπει να αποσυρθείς. Η φωνή σου σε πρόδωσε. Αφού όμως την πρόδωσες πρώτα εσύ. Δεν της συμπεριφέρθηκες όπως έπρεπε, δεν την πρόσεξες όταν χρειάστηκε, σταμάτησες να ασχολείσαι μαζί της όταν ήσουν με τον Αριστοτέλη. Ποτέ δεν πίστεψες στ’ αλήθεια ότι θα σταματήσεις. Πάντα μελετούσες και σχεδίαζες την επιστροφή. Δίδαξες στο Julliard σε εκλεκτούς φοιτητές και σε συγκεκριμένο κοινό. Πώς μπορείς να μεταδώσεις το πάθος αλήθεια; Πώς μεταφράζεται το πάθος σε λέξεις; Δεν το ξέρω. Μακάρι να το έμαθαν οι μαθητές σου στο Julliard.

Ξανασμίγεις με τον Ντι Στέφανο, τον καλό σου φίλο. Οι φήμες λένε πως ήσασταν μαζί, αλλά αυτός δεν μπορούσε να αφήσει την γυναίκα του. Κι εσύ πάλι δεν θα έμπαινες σε αυτό το pattern. Κάνετε μια αποχαιρετηστήρια τουρνέ μαζί. Αποθεώνεσαι. Όχι για την φωνή σου πια. Αλλά για κάτι βαθύτερο. Για εσένα. Γι αυτό που είσαι.

Θέλεις να μιλήσουμε για τον Πιερ Πάολο; Γι’ αυτόν τον νέο που σε λάτρεψε μετά τη μητέρα του; Τον αγάπησες. Δεν θα μπορούσες να κάνεις αλλιώς. Αλλά ούτε και αυτός. Αγαπηθήκατε πλατωνικά και γυρίσατε μαζί ένα αριστούργημα, έναν ρόλο που λάτρεψες. Τη Μήδεια.

Όταν η Tosca τραγουδά: «Vissi d’ arte, vissi d’ amore» («I lived on art, I lived on love»), ίσως και να τραγουδούσες για σένα. Ερμηνεύοντας αυτή την άρια μας έδωσες την καλύτερη αυτοβιογραφία σου. Απόλυτα θνητή, γήινη και ευάλωτη,προέβαλες τη θηλυκότητά σου σαν μέσο έκφρασης. Απέρριψες τους αυστηρούς κανόνες των συναδέλφων σου. Ήθελες να αποδράσεις, να ξεφύγεις, να διασκεδάσεις, να ζήσεις, να πειραματιστείς – και ποια έκανε το τελευταίο καλύτερα και πιο τολμηρά από εσένα; Όλα αυτά χωρίς να σκεφτείς πόσο λίγη ζωή είχε η φωνή σου. Ποτέ δεν σκέφτηκες ότι το όργανο της τέχνης σου, το ένα από τα όργανα της μάλλον, είναι κάτι διαφορετικό από τις άλλες όψεις της ζωής σου. Όταν ερμήνευες τους ρόλους σου, οι ηρωίδες σου γίνονται τρισδιάστατες, τις έφερνες κοντά σε κάθε θεατή, έβρισκες νέες προσεγγίσεις, δημιουργούσες νέα ηχώ του πόνου στην ανθρώπινη φωνή. αναβίωσες την όπερα την έκανες οικουμενική.

Τι έκανε η όπερα για σένα; Τι έκανε ο έρωτας για σένα; Δεν υπάρχει διαχωρισμός. Τραγουδούσες όπως αγαπούσες, αγαπούσες όπως τραγουδούσες. Έντονα, παθιασμένα, χωρίς αύριο, χωρίς καμία σκέψη για συνέπεια. Ήθελες να κατακτήσεις και να κατακτηθείς. Από το κοινό, από τον Αρίστο. Από το σύμπαν. Το κατάφερες, μικρή, αδέξια Μαρία. Αλλά δεν ξέρω αν ικανοποιήθηκες.

Αυτή είναι η μοίρα των ανθρώπων που είναι μεγαλύτεροι από τη ζωή. Η ζωή δεν μπορεί να τους χωρέσει και αισθάνονται πάντα απόβλητοι και εξόριστοι. Ήσουν ένα πλάσμα πέραν του κόσμου τούτου. Και οι άνθρωποι της γης δεν τα πάμε καλά με τους εξωγήινους.

Πέθανες τον Σεπτέμβρη του 1977. Η επίσημη εκδοχή είναι από καρδιακή προσβολή. Κυκλοφορούν άλλες τόσες ανεπίσημες εκδοχές. Εγώ κρατάω αυτήν και την εξήγηση που έδωσε ο Τζεφιρέλλι σε μια συνέντευξή του. “Λένε ότι κατά την καρδιακή προσβολή ο άνθρωπος αποφασίζει αν πρέπει να παλέψει ή όχι για την ζωή του. Η Μαρία επέλεξε να μην παλέψει”. Σωστά. Γιατί η ζωή σου είχε ήδη καεί. Εσύ η ίδια αυτοαναφλέχθηκες. Όταν οι στάχτες σου σκορπίστηκαν στο Αιγαίο, υπήρχαν ήδη εκεί. Είχες γίνει ήδη στάχτη πολύ πριν την τελετή καύσης σου, Μαρία.

Κάποιες νύχτες που σε ακούω να μιλάς στο φεγγάρι, στην ασημένια θεά, σκέφτομαι πως ίσως να έχεις αναδυθεί από το Αιγαίο και να ζεις ως σειρήνα σε κάποια μακρυνή Σικελία. Ίσως πάλι να τραγουδούν τα κύτταρά σου στον βυθό και αυτά να δημιουργούν τις εναλλαγές ρευμάτων στο Αιγαίο.

Καληνύχτα μικρή Μαρία. Μικρό αδέξιο κορίτσι, φυλακισμένο σε σώμα γυναίκας. Φωνή χθόνια, άμεσα συνδεδεμένη με τη γη, που συνέδεσες εμάς τους ανόητους ανθρώπους με κάτι πολύ μεγαλύτερο από την φύση μας: Την Ομορφιά.

(* Κείμενο που γράφτηκε για την ραδιοφωνική εκπομπή – αφιέρωμα στην Κάλλας, Maria Callas in Neverland, 2-9-2013)

maria_callas

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s