ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΘΕΡΙΝΟΥ ΕΡΩΤΟΣΤΑΣΙΟΥ ΙΙ, «ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ»

Ξύπνησε με μια βαριά αίσθηση σαπίλας στο στόμα.

Δεν έπρεπε να ξαναρχίσει το τσιγάρο, του ήταν ξεκάθαρο τώρα. Όχι απλά δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί, μα και ο ύπνος του ήταν ανήσυχος, σχεδόν απαίσιος.

Κάθισε στο κρεβάτι και άναψε το πορτατίφ. Ένα κακότροπο πρόσωπο με αναμαλλιασμένο κεφάλι τον κοίταζε από τον απέναντι καθρέφτη. Το βλέμμα του τσιμπλιασμένο έκανε ένα γύρο το δωμάτιο. Η κάπνα πλανούνταν ακόμα στο χώρο. Πριν επαναφέρει το πρόσωπό του στην ευθεία, για να τον αντικρίσει ξανά, έπιασε με την άκρη του ματιού του το τασάκι επάνω στο κομοδίνο του, δίπλα στο κρεβάτι. Υπέροχα. Και καπνιστής και ηλίθιος.

Σηκώθηκε ξυπόλητος να πάει στην κουζίνα. Αν αγαπούσε το καλοκαίρι ήταν γι’ αυτή την ξυπολισιά. Εντάξει, και για τη γύμνια. Κάτι στο λευκό πλακάκι τον έκανε να χάσει την ισορροπία του. Μάλιστα. Ναι. Χρησιμοποιημένο προφυλακτικό. Από πότε άραγε; Από χθες; Ή νωρίτερα απόψε; Δεν θυμόταν. Όπως δεν θυμόταν και ποια ήταν πότε. Η Χριστίνα χθες και η Μυρτώ σήμερα; Ή μήπως το αντίστροφο; Όχι ότι είχε ιδιαίτερη σημασία γι αυτόν. Οι γυναίκες είχαν πάψει να αποτελούν πρόβλημα γι’ αυτόν τα τελευταία δύο χρόνια περίπου. Είχε καταλάβει επιτέλους πώς παιζόταν το παιχνίδι. Ήταν απλό τελικά, μέσα στην πολυπλοκότητά του. Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο παρά να παρατηρήσει τον εαυτό του για να καταλάβει και τους υπόλοιπους ανθρωπους. Ναι, δεν είμαστε δα και τόσο διαφορετικοί. Σε κάποια είμαστε απελπιστικά ίδιοι. Άρχισε λοιπόν να παρατηρεί τον εαυτό του και τις αντιδράσεις του. Όταν μια γυναίκα του άρεσε πολύ, εξωτερικά, τον ερέθιζε, τον κάβλωνε με άλλα λόγια, του ήταν εύκολη η συνέχεια. Όλα κυλούσαν απο μόνα τους. Συνέβαινε να συναντά και γυναίκες που κάτι του άρεσε, αλλά όχι το όλον. Εκεί πήγαινε κατά περιπτωση. Του είχε τύχει να τον ερεθίσει απίστευτα μία γυναίκα που υπό Κ.Σ. δεν θα τον ερέθιζε και να καταλήξει στο κρεβάτι μαζί της. Και να συνεχίζει να καταλήγει. Ώσπου να καταλήξει η ίδια η σχέση. Σε άλλες περιπτώσεις, του είχε τύχει να ερεθιστεί για μια σύντομη, μόνο μια φορά, και να μην υπάρξει επόμενη. Όχι γιατί θα έπαυε να τον ερεθίζει (ή μπορεί και αυτό) αλλά γιατί επενέβαινε ο εγκέφαλος με τη συλλογή εικόνων και αρχετύπων. Ναι, κάτι τέτοιο, δεν είναι απολύτως σίγουρος. Δεν είναι και ψυχοτέτοιος διάολε. Επίσης, όταν ήταν μπλεγμένος σε δύο καταστάσεις παράλληλα, έτεινε να λέει απίστευτες μπούρδες. Τέτοιες μπούρδες είχε ακούσει και ο ίδιος, ουκ ολίγες φορές. Ειδικά μία φορά, με μια κοπέλα, είχε ακούσει να του λέει ακριβώς την ίδια ατάκα που είχε πει αυτός παλιότερα κάπου αλλού. Κι εκεί του έγινε ξεκάθαρο: Όλοι λέμε τα ίδια πράγματα, όταν βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση. Έτσι του ξεκαθάρισε το τοπίο. Κι έτσι έμαθε να μην χάνει τον καιρό του με καταστάσεις που υπό άλλες συνθήκες θα τον έχανε. Όχι γιατί ήταν ανόητος. Αλλά να, του άρεσε ένα καλο μυστήριο . Το τελευταίο του μυστήριο όμως, του στέρησε οποιαδήποτε όρεξη για υπόλοιπα μυστήρια. Σταμάτησε να έχει οποιαδήποτε προσμονή. Ικανοποιούσε μόνο την ανάγκη της στιγμής. Γι’ αυτό και δεν ήξερε αν ήταν η Χριστίνα ή η Μυρτώ ή οποιαδήποτε άλλη. Ποτέ δεν έμεναν. Πάντα μετά το τέλος τους, έφευγαν. Δεν υπήρχε λόγος για περιττές οικειότητες. Και τους το έλεγε. Τουλάχιστον να μην υπάρχει παρανόηση.

Άναψε το ψυχρό φως της κουζίνας και αμέσως έκλεισε αντανακλαστικά τα μάτια του. «Σαν νεκροτομείο είναι εδώ μέσα με αυτό το φως». Και ορκίστηκε αύριο να το αλλάξει. Εδώ που τα λέμε, σκέφτηκε και κάθισε στην ντιζαϊνάτη καρέκλα του, όλα εδώ μέσα μοιάζουν με νεκροτομείο. Πολύ τάξη. Πολύ λευκό. Πολύ αποστείρωση. Μόνο ένα κόκκινο ψυγείο. Γέλασε με την επιλογή του. Κόκκινο του πάθους για κάτι που η δουλειά του είναι να παράγει ψυχος.

Όλα αυτά τα σκεφτόταν χαζεύοντας το είδωλό του στο τζάμι της μπαλκονόπορτας. Δεν ήταν άσχημος. Υπήρχε λογική τελικά στο να τον πλησιάζουν οι γυναίκες. Είχε πολύ αρμονικό πρόσωπο. Μελαχρινός. Ωραια δομή οστών. Μαγνητίστηκε σχεδόν από το είδωλό του και σχεδόν χωρίς να το συνειδητοποιήσει το χέρι του είχε κατέβει για να ακουμπήσει τον εαυτό του. Είχε αρχίσει να παλινδρομεί και να μπαίνει στο γνωστό τρανς όταν συνειδητοποίησε ότι το φως του απέναντι σπιτιού αναβόσβηνε. Πάγωσε με το χέρι να μην αφήνει το πέος του και με όλες τις αισθήσεις του οξυμένες. Αισθάνθηκε σαν λαγός που έπεφταν επάνω του προβολείς αυτοκινήτου. Σταμάτησε ως και να αναπνέει για μερικά δευτερόλεπτα. Το φως εσβησε.

Σηκώθηκε από την καρέκλα του και έσβησε το φως. Τυφλός μέσα στο σκοτάδι πλησίασε το παράθυρο, κρυμμένος πίσω από το παντζούρι του. Το απέναντι φως άναψε ξανά, και φάνηκε μια γυναικεία φιγούρα πίσω από την κουρτίνα. Κοίταζε μυωπικά απέναντι, προς το παράθυρό του. ‘Εμεινε στο σκοτάδι να την παρατηρεί, όσο του επέτρεπε η μειωμένη του θέα. Φαινόταν ανήσυχη. Κοίταζε πολύ έντονα τεντώνοντας το κεφάλι. Προσπαθούσε να αφουγκραστεί μία του κίνηση. Αυτός κρατούσε την ανάσα του μην τυχόν και τον προδώσει, ξέροντας πως κάτι τέτοιο είναι ανόητο, πως η απόσταση των μπαλκονιών τους δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο. Όμως τέτοιες νύχτες όλα είναι πιθανά. Ξαφνικά σαν να μην το έκανε αυτός, αλλά ένα άλλο χέρι, πήγε με σταθερά βήματα και άναψε το φως της κουζινας του. Στάθηκε στη μέση του δωματίου, έτσι, γυμνός, δίπλα από το κόκκινο ψυγείο του. Αναμαλλιασμένος και εκτεθειμένος. Και την κοίταξε.

Αυτή πισωπατησε. Κοίταξε πίσω της σαστισμένη. Μην την έβλεπε κανείς; Αντανακλαστικά από αμηχανία; Άκουσε κάποιον θόρυβο; Κανείς δεν ξέρει.Τ ου γύρισε την πλάτη. Έτοιμη να φύγει από το δωμάτιο. Κοίταζε την πλάτη της, την σάρκα της πλάτης της όσο του επέτρεπε το ύφασμα που την κάλυπτε. Φορούσε ένα μαύρο φανελένιο φόρεμα. Σαν νυχτικό. Σαν φόρεμα θαλάσσης. Κύρτωσε για λίγο τους ώμους της. Και μετά όρθωσε την πλάτη της. Και ξαναγύρισε προς το μέρος του. Τον κοίταζε ευθεία στα μάτια. Με το δεξί της χέρι κατέβασε την τιράντα του φορέματός της. πρώτα την αριστερή και μετά την δεξιά. Κατέβασε το φόρεμα ως τη μέση της. Ήταν γυμνή. Τα στήθη της εκτεθειμένα στο βλέμμα του. Τα πλευρά της ξεχώριζαν. Όχι πολύ. Τόσο όσο. Είχε ένα υπέροχο στήθος. Σήκωσε το χέρι της και το πρόταξε. Με το δάχτυλό της, σχεδόν δεσποτικά, τον πρόσταζε σιωπηλά να αγγίξει τον εαυτό του. Υπακουσε. Κοιτάζοντας αυτή και το στήθος της άρχισε να αγγίζει τον εαυτό του, για να συνειδητοποιήσει ότι ήταν απείρως ερεθισμένος. Στο τρίτο του άγγιγμα έκλεισε τα μάτια του, επιτρέποντας να βγει ένας βαθύς αναστεναγμός. Η γυναίκα με το ίδιο χέρι που τον πρόσταξε, έσβησε το φως της κουζίνας της.

Πανικοβλημένος σαν να ήταν ο ίδιος βυθισμένος στο σκοτάδι, σταμάτησε. Έτρεξε στο μπαλκόνι έξω, έτσι, γυμνός και ωραία ερεθισμένος. Μόνο όταν έφτασε στα κάγκελα συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσε να τον δει ο ποιοσδήποτε, καθώς το φως του ήταν ορθάνοιχτο. Γύρισε, το έσβησε και ενώ έστριβε για να ξαναβγεί στο μπαλκόνι του, είδε ένα αχνό φως να λάμπει απέναντι. Η περίεργη φίλη του είχε ανάψει ένα κερί. Το είχε φέρει πολύ κοντά στο πρόσωπό της. Η κέρινη λάμψη φέγγιζε το σαγόνι και το στέρνο της αποκαλύπτοντας ότι ήταν ακόμα γυμνή. Κατεβάζοντας το κερί αργά, τον οδηγούσε να δει πόντο πόντο το υπόλοιπο κορμί της. Γυμνό και αυτό. Σαν μία αγιογραφία έλαμπε στο φέγγος.

Έκανε το ίδιο και αυτός. Έσβησε το φως του και άναψε ένα από τα κεριά που είχε πρόχειρα. Γυμνοί και οι δυο πια, με το φέγγος των κεριών τους καθισμένοι στις καρέκλες της κουζίνας τους, σε μια απόσταση που δεν σήμαινε τίποτα, άρχισαν το μυστηριακό τους άγγιγμα. Αυτή την ίδια, αυτός τον εαυτό του. Τα χέρια τους απολύτως συγχρονισμένα, Τα πρόσωπά τους στραμμένα μόνο ευθεία. Η ηδονή του τον ξεπέρασε όταν η γυναίκα έβαλε το κερί μπροστά της στην καρέκλα, ανάμεσα από τα ανοιχτά της πόδια για να του δείξει τον επερχόμενο οργασμό της. Έκλεισε τα μάτια του ψιθυρίζοντας ένα όνομα που της έδωσε. Την βαφτισε με την κάβλα του. Ανοίγοντας τα μάτια του λίγο μετά, αποκαμωμένος, το κερί δεν υπήρχε ούτε η γυναίκα. Σκοτάδι απόλυτο κάλυπτε την ιερή κουζίνα. Ταράχτηκε μέσα σε αυτή την ξαφνική μοναξιά. Σαν να το έζησε όλο αυτό μόνος. Ε και; Σκέφτηκε. Πάντα μόνος δεν ήταν; Έσβησε το κερί του με μια ανάσα και ξαναχώθηκε στο δωμάτιό του χωρίς άλλη σκέψη.

Μετά από τρεις μέρες, πήγε στο σούπερ μάρκετ, για τα ψώνια της εβδομάδας. Περνώντας από τον διάδρομο με τα είδη για το σπίτι, σταμάτησε μπροστά από τα κεριά άθελά του. Χωρίς πραγματικά να ξέρει γιατί σταματά. Ακριβώς δίπλα του στεκόταν μια γυναίκα. Με ένα μαύρο φανελένιο φόρεμα θαλάσσης. Μύριζε γιασεμί. Γύρισε και τον κοίταξε. Τα μαύρα της γυαλιά την έκρυβαν, ναι. Αλλά ήξερε πως ήταν αυτή. Με μια ιεροτελεστία, ακούμπησε κάτω το κόκκινο καλάθι του σούπερ μάρκετ και με τα δυο του χέρια έβγαλε τα γυαλιά της γυναίκας. Εκείνη έτρεμε. Το ένα της μάτι ήταν μπλαβί.

Και τα δυο τον κοίταζαν με λαχτάρα.

6f822082db2748f30dc39584c08d832c

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s