Fellini Vs. Pasolini: My crashtest

collagepasofelli

Λένε ότι οι πρώτες φορές δεν ξεχνιούνται. Δεν είναι απόλυτα αληθές αυτό. Κάποιες περνούν από μόνες του μέσα στον λαβύρινθο της λήθης και κοιμούνται μία αιώνια χειμερία νάρκη (πάντα κάνει κρύο στη χώρα της Λήθης) ώσπου μια ηλιαχτίδα ανάμνησης να τις ξυπνήσει: Μια μυρωδιά, μια γεύση, μια εικόνα, μπορεί και κάτι εντελώς άσχετο.

Άλλες, μένουν για πάντα εντυπωμένες εκεί, στα κύτταρα του εγκεφάλου σαν τατουάζ. Συνήθως, η πρώτη φορά που ερωτευόμαστε. Και έχει πονέσει. Αυτό το συναίσθημα παρατηρείται πως ούτε με την διαδικασία που έχει ακολουθηθεί στο Eternal Sunshine of the Spotless Mind δεν απομακρύνεται.

Ως εκ τούτου, η ιστορία που ακολουθεί, μπορεί να πει κανείς ότι είναι μια ιστορία αγάπης.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που είδα Παζολίνι. Ήταν “Το Θεώρημα”. Πήγα κατόπιν προτροπής (τουτέστιν, τράβηγμα από την κοτσίδα ΚΑΙ το μπατζάκι, ενώ εγώ άφηνα νυχιές στην άσφαλτο ως τον κινηματογράφο) αγαπημένης φίλης. ΠΟΛΥ αγαπημένης φίλης, για να φτάσω εγώ να της κάνω το χατίρι. Ήταν καλοκαίρι. Είχε μια διαβολεμένη υγρασία, που αναμιγνυόταν με ένα σαραντάρι του κελσίου ζέστα. Είχε βρέξει το προηγούμενο βράδυ και η ατμόσφαιρα, αντί να καθαρίσει, είχε μια κολλώδη – σχεδόν απτή – αίσθηση.

Τον Παζολίνι, χωρίς ποτέ να έχω δει ταινία του, τον είχα πάρει με κακό και θολωμένο μάτι. Πάντα δήλωνα Φελλινική και αυτό μου είχε δημιουργήσει την πεποίθηση ότι θα πρέπει να περιφρονώ τον Παζολίνι. Ο Φελλίνι ήταν ο πατέρας των ονείρων. Οι ταινίες του, αν είχαν μυρωδιά, θα μύριζαν μάρζιπαν. Κάτι γλυκό και βγαλμένο από την παιδική μας ηλικία. Ο Φελλίνι αγγίζει τους φόβους του υποσυνειδήτου, όμως, πάντα με αγάπη και ευλάβεια. Είναι ένας κλόουν του κινηματογράφου. Παίζει με εσένα, θεατή, και παίζει και με τον εαυτό του και τους δικούς του φόβους. Αγαπούσα τον Φελλίνι, γιατί δεν έπαιρνε τον εαυτό του στα σοβαρά. Οι ταινίες του μου έβγαζαν πάντα κάτι το οικείο. Το “Σατυρικόν”, η πρώτη ταινία του που είδα στην πρώιμη εφηβεία μου, μου έδινε την εντύπωση πως μόλις είχα ξυπνήσει από πολυόνειρο ύπνο και είχα δει λογής λογής όνειρα: τρομακτικά, αστεία, υπερφυσικά, σεξουαλικά. Ο μύθος και η πραγματικότητα εναλλάσσονταν, σαν να βρίσκεται κανείς σε κατάσταση συνειδητού ονειρέματος. Η αγαπημένη μου κατάσταση.

Δεν ήμουν, λοιπόν, και ο πιο ευτυχής άνθρωπος στον κόσμο εκείνο το πνιγηρό καλοκαιρινό απόγευμα. Κάθισα μουρτζούφλα στην καρέκλα μου και περίμενα να αρχίσει η ταινία…

Αυτό που είδα, με συγκλόνισε. Με τάραξε. Με ταρακούνησε. Δεν ήξερα αν πρέπει να την λατρέψω ή να τη μισήσω. Αν πρέπει να βρίσω που έχασα 2,5 ώρες ή αν πρέπει να χάσω άλλες τόσες για να την ξαναδώ. Δεν ήμουν, όμως απολύτως σίγουρη για το τι ακριβώς κατάλαβα…. ΑΝ κατάλαβα κάτι. Επομένως, βγαίνοντας από τον κινηματογράφο, πέραν του ότι χρειαζόμουν επειγόντως 3 καρτούτσους κρασί για να συνέλθω, άρχισα να αμφιβάλλω πολύ σοβαρώς για τις διανοητικές μου δυνατότητες. Τσάμπα τα πανεπιστήμια, τσάμπα τα πτυχία και τα ευφυολογήματα Παπαδοπούλου, είπα στον εαυτό μου. Τι είδες; Τι ήθελε να σου πει ο Πιερ Πάολο κι εσύ δεν τον κατάλαβες; Πώς θα ένιωθες τώρα αν σε έφτυνε κατάμουτρα; Φυσικά δεν θα μπορούσες να του πεις τίποτα. Θα υπέμενες στωικά την κουλτουριάρικη ροχάλα του. Ειδικά η τελευταία σκηνή, επανερχόταν ολοένα και πιο απειλητική για το IQ μου. Προβληματίστηκα τόσο βαθιά, που δεν άγγιξα καν την πανσετούλα μου.

Πήγα σπίτι σκυλιασμένη στην πείνα. Την πνευματική, βεβαίως. Καταβρόχθισα τα αποτελέσματα του google. Έψαχνα να βρω ερμηνείες της ταινίας. Βρήκα πάνω από 6 διαφορετικές για “Το Θεώρημα” (στρουκτουραλιστική, κομμουνιστική, μαρξιστική/λενινιστική, αντιφεμινιστική, gay, lesbian and bisexual, χριστιανική κ.λπ.. Μόνο ο Βεργής δεν είχε δώσει την οικολογική προσέγγιση). Εκεί ηρέμησα. Είπα εντάξει, δεν φταις εσύ και το IQ σου, μωρό μου. Φταίει η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ.

Και ξαφνικά σκέφτηκα: Τι είναι κουλτούρα, τελικά;

Κάποιοι το ορίζουν με αντίθετες έννοιες. Δηλαδή, κουλτούρα είναι, ό,τι δεν είναι κάτι άλλο. Για παράδειγμα, στο θέατρο, κουλτούρα είναι, ό,τι δεν είναι Σεφερλής. Άλλοι, βέβαια, θεωρούν κουλτούρα απλώς και μόνο το να δουν ένα κλασικό έργο, π.χ. έναν Τσέχοφ. Το ότι το έχει σκηνοθετήσει και πρωταγωνιστεί η Ντενίση, περνά εντελώς απαρατήρητο.

Επίσης, ορίζεται και διαφορετικά. Κουλτούρα είναι, ό,τι δεν καταλαβαίνουμε. Βλέπεις αυτόν τον πίνακα, που αναπαριστά μία πατούσα (βρώμικη), ένα κλαδί ελιάς, έναν κούνελο να σε κοιτάζει (αλλήθωρος, γιατί έχει σημασία), μία τσίχλα κολλημένη και αποξηραμένη, παραδίπλα τρεις πινελιές, κόκκινο, μαύρο, κυπαρισσί. (Όχι, όχι, ΔΕΝ πατάει η πατούσα το κλαδί. Αυτό θα είχε μια κάποια εξήγηση. Θα ήτο ρεαλιστικόν. Πόσες πατούσες εξάλλου δεν έχουν πατήσει μία μπερικοκλάδα στη ζωή τους;) Σκέφτεσαι “αναπαριστά το μαρασμό της μητέρας φύσης για την καταπάτησή της από τον άνθρωπο”. Μετά όμως….η τσίχλα πού κολλάει; Κοιτάζεις τον πίνακα, δεν τον καταλαβαίνεις. Δεν βγάζεις νόημα. Γυρνάς κατακόρυφο, τον κοιτάζεις ξανά. Μπα. Πάλι τίποτα. Σε σπαγγάτο, επίσης, πάλι δεν βρίσκεις άκρη. Αυτή είναι η εικαστικής φύσεως κουλτούρα.

Κι όμως. Τελικά, κατόπιν πολλής και εμπεριστατωμένης σκέψης, κατέληξα στο ότι μου αρέσει να χάνομαι μέσα σε οπτικοποιημένους κυκεώνες άλλων εγκεφάλων (λες και οι δικοί μου δεν μου έφταναν). Υπό έναν όρο: Να είναι εντός της άποψης που έχω περί αισθητικής. Η ιδέα μου για την τέχνη και την κουλτούρα, λοιπόν, κατέληξα, είναι λίγο σαν την ιδέα που έχω για τους άντρες. Δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο τύπο, αρκεί να μου κάνει το κλικ. Άλλος σου κάνει εγκεφαλικό κλικ. Άλλος σου κάνει συναισθηματικό. Άλλος σου θυμίζει έναν παλιό γκόμενο, που σου έκανε ένα μεταφυσικό κλικ γιατί σου θύμιζε (ΠΟΛΥ αμυδρά) τον συχωρεμένο τον Jim Morrison. Άλλος σου θυμίζει τον Ερμή του Πραξιτέλους, επομένως το κλικ είναι καθαρά σεξουαλικό (αν και λίγο διεστραμμένο, γιατί για να σε ελκύει σεξουαλικά ένα άγαλμα, δεν πας και πολύ στα καλά σου).

Ποιον όμως διαλέγω; Φελίνι ή Παζολίνι;

Αν μια ταινία είναι όλα τα ανωτέρω κλικ μαζί, τότε είναι σαν να βρήκες τον υπέρτατο γκόμενο. Αυτός είναι ο Φελίνι.

Αν σου κάνει όλα αυτά τα κλικ μαζί ΚΑΙ σου προξενεί και μια τρελή ένταση και σύγχυση, σίγουρα αυτός ο γκόμενος είναι ο Παζολίνι.

Κατέληξα, λοιπόν, ότι μπορώ να αγαπώ και τους δυο. Με τον Φελίνι θα έκανα παιδιά και θα μέναμε μαζί ως τα βαθιά μας γεράματα, κάνοντας φάρσες ο ένας στο άλλο. Με τον Παζολίνι θα έκανα πολύ, άφθονο και αμαρτωλό σεξ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s