Φόβος

maxresdefault

(Παύση)

(Πρόσωπο που κοιτάζει ευθεία μπροστά. Το βλέμμα ξεφεύγει ελαφρώς λοξά για να σταματήσει για λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου. Ξανά ευθεία)

– (…) Λοιπόν…Τι φοβάσαι περισσότερο;

(Παύση)

(Ώμοι καμπουριασμένοι. Σώμα σε άμυνα. Πρόσωπο που δεν φαίνεται. Μόνο η κορυφή του κεφαλιού μας είναι ορατή. Απάντηση που ίσα ακούγεται)

– (…) Ξέρω γω (….) Τον φόβο;

(Παύση)

(Έκπληξη. Ευθυτενές σώμα. Κεφάλι που γυρίζει ολόκληρο για να αντικρύσει το ανθρώπινο κουβάρι)

– Τον φόβο; Ποιον φόβο;

(Το ανθρώπινο κουβάρι κινείται ελάχιστα. Σαλεύει.)

– Ξέρεις. Αυτόν που σε κάνει να φοβάσαι. Αυτόν που σε κάνει να αγκαλιάζεις σφιχτά τα γόνατά σου και να ζεις σε στάση εμβρύου. Αυτόν τον φόβο.

(Μεγάλη παύση. Ακούγεται μία περίεργη μουσική σαν από πολλά καράβια που φεύγουν. Κάπου μακρυά. Ο έκπληκτος άνθρωπος αποφασιστικά σηκώνεται.)

– Σήκω στα πόδια σου. Θέλω να δω κάτι.

(Το μικρό κουβάρι ορθώνεται για λίγες ίντσες. Στην πραγματικότητα σηκώνει το κεφάλι του. Έχει δύο μεγάλες χαρακιές στο μέτωπο, δίπλα από τα φρύδια.)

– Τι….ττττι… τι θες να δεις; Φοβάμαι. Φοβάμαι να σταθώ όρθιος. Την τελευταία φορά που στάθηκα όρθιος ήρθε ένα τεράστιο δρεπάνι και μου έκοψε τα πόδια από τα γόνατα. Ξαναφύτρωσαν με κόπο, αλλά έκτοτε φοβάμαι τα δρεπάνια. Και το να στέκομαι όρθιος.

(Ο όρθιος κοιτάζει ευθεία στις δύο χαρακιές στα φρύδια. Σκύβει στο ύψος του κουβαριού. Τις περιεργάζεται. Τις αγγίζει. Πρώτα με τα ακροδάκτυλα. Μετά με την άκρη της μύτης του. Τέλος με την γλώσσα. Έχουν γεύση άμμου. Ξαναορθώνεται. Ανοίγει το παλτό του. Ξεγυμνώνεται. Το σώμα του είναι διάτρητο. Σχήμα σταυρωμένου. Χέρια ανοιχτά στο πλάι. Βλέμμα στα καράβια που φεύγουν. Κανείς άλλος δεν τα βλέπει.)

– Ο φόβος είναι απτός. Έχει υφή, σχήμα, γεύση. Αυτό σημαίνει πως τον βλέπεις και μπορείς να τον πολεμήσεις. Βλέπεις αυτές τις πληγές; Άγγιξέ τες. Μαρτυρούν τις μάχες μου. Πολέμησα τον φόβο. Με κατατρύπησε. Αλλά δεν με νίκησε.

Το ανθρώπινο κουβάρι δυσπιστεί. Το κεφάλι που είχε ανέβει μερικές ίντσες, ξαναμαζεύεται σαν χελώνα στο καβούκι της. Ο όρθιος άνθρωπος συνεχίζει να στέκεται σαν Άγιος Σεβαστιανός με αόρατα βέλη. Η επιμονή της στάσης του αναγκάζει το κουβάρι να ξετυλιχτεί με ανοδική πορεία. Με δάχτυλα που τρέμουν αρχίζει να ψηλαφίζει την πληγωμένη σάρκα. Περίπλους πληγών. Κλείνει τα μάτια και βλέπει τον κάθε εισβολέα φόβο του σάρωσε αυτό το σώμα. Κλαίει. Νιώθει τον πόνο. Αφουγκράζεται την αδυναμία. Ξεγυμνώνεται, αποκαλύπτοντας μία τεράστια χαώδη τρύπα στη μέση του σώματος, εκεί που κάποτε υπήρχε στομάχι. Ξαπλώνει στο χώμα. Κλείνει τα μάτια. Ορθώνει το χέρι. Καλεί τον έκπληκτο διάτρητο άνθρωπο να ξαπλώσει επάνω του. Απαλά ακουμπά το βάρος του σώματός του στην άβυσσο της τρύπας. Ακουμπάει το μάγουλό του επάνω στο ιδρωμένο κεφάλι. Φιλιούνται. Τρώει λίγο ο ένας από τον άλλο. Λίγο λοβό αυτιού. Μισό μάγουλο. Το επάνω χείλος. Μία ρώγα. Τρία δάχτυλα. Οι τρύπες αρχίζουν να γεμίζουν σάρκα. Η σάρκα αρχίζει να γεμίζει φως. Το φως αρχίζει να γεμίζει τον χώρο. Ο χώρος μεταπλάθεται σε σκόνη.

Η σκόνη μπαίνει στα μάτια μου και με κοιμίζει.

– Ξέρεις, μόνο να σωθούμε θέλουμε.

( http://www.youtube.com/watch?v=LyQEij88SB4 )

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s