Hamletmachine*

Hamletmachine

Λευκό βάθρο.
Απέναντι, ένας προβολέας ακουμπισμένος στο πάτωμα, στοχεύει ακριβώς στην καρδιά του «υποκριτή» που βρίσκεται επάνω στο βάθρο.
Άνθρωπος επάνω στο βάθρο. Απροσδιορίστου φύλου. Εκ πρώτης όψεως μοιάζει γυναίκα.
Γυναίκα με κοστούμι αντρικό.
Ακίνητος «υποκριτής» κοιτάζει πέρα, στο κενό. Τον απέναντι τοίχο. Τον τέταρτο τοίχο του θεάτρου. Το κοινό. Εμάς. Πάνω από τα κεφάλια μας. Δεν μας βλέπει. Μας νιώθει. Νιώθει τις ανάσες μας. Τα βλέμματά μας που τον κατακερματίζουν. Τα φερμουάρ από τις τσάντες που κλείνουν νευρικά και κοφτά, πιστεύοντας πως αν κλείσουν έτσι ο θόρυβος θα είναι μικρότερος. Σαν να απομακρύνεις τσιρώτο. Μα δεν είναι. Ο θόρυβος είναι πάντα θόρυβος. Αλουμινόχαρτο που σπάει. Τσίχλα.
Ο «υποκριτής» είμαι σίγουρη πως τα νιώθει όλα. Ακόμα και το χρώμα της τσίχλας.
Ενοχλούμαι. Ενοχλείται το μυωπικό βλέμμα μου. Ενοχλείται η ισχνή ακοή μου. Γιατί όλα έχουν ξαφνικά ενταθεί. Όλα τα έχει οξύνει η περιέργεια.
Η σιωπή σπάει με μία μεγάλη διαφραγματική αναπνοή. Ο «υποκριτής» αρθρώνει έναν λόγο αποδομημένο, παράξενο, με τρόπο αποδομημένο, παράξενο. Χωρίς κανένα συναίσθημα, χωρίς καμία αυξομείωση της έντασης του λόγου. Ένας ισοπεδωμένος λόγος. Ανάσες λαμβάνονται μόνο εκεί που χρειάζεται. Όχι απαραίτητα εκεί που πρέπει για να βγαίνει νόημα. Αλλά για λόγους αυτοσυντήρησης. Επιβιωτικούς.
Το πλάσμα επάνω στο βάθρο εξακολουθεί να μην μου γνωστοποιεί την ταυτοτητά του. Είναι ο Άμλετ, ο πρίγκηπας της Δανίας με την πλάτη του γυρισμένη στα ερείπια της Ευρώπης. Αμέσως μετά μεταμορφώνεται στον άνθρωπο-«υποκριτή» και μας βάζει μέσα στην βρωμοδουλειά του ηθοποιού. Πώς μαθαίνεις αυτόν τον βασανιστικό μονόλογο; Αυτό το αποδομημένο κείμενο, με τόσες σάρκες από κάτω του έτοιμες να κατασπαράξουν η μία την άλλη για να νικήσει η μία που θα βγει στην επιφάνεια;
Σε τραβάει από τον γιακά του πουκαμίσου σου, από το γύρισμα του μάλλινου πουλόβερ σου, σε σέρνει εξω από το έργο, βάζοντάς σε μέσα σε αυτό, όσο πιο βαθειά γίνεται. Δείχνοντάς σου, αποκαλύπτοντάς σου, τον άσχημο τρόπο που φτιάχονται τα λουκάνικα. Και οι νόμοι. Και πώς κάνεις δικό σου έναν λόγο ενός άλλου ανθρώπου. Πώς γίνεσαι αυτός ο άνθρωπος. Πώς υποκρίνεσαι με πιστότητα απόλυτη, όσο το δυνατόν πιο απόλυτη, ότι έτσι, να ακριβώς έτσι θα άνοιγε τα μάτια του με έκπληξη, έτσι ακριβώς θα έκλαιγε, έτσι ακριβώς θα ερωτευόταν. Πώς να πείσεις πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Πώς να αποκλείσεις στο αδιέξοδο του μυαλού σου τον θεατή. Έτσι επιτυγχάνονται δύο τινά: Σου υπενθυμίζει πως αυτό που βλέπεις τώρα, όσο πιστευτό και αν σου φανεί παρακάτω, είναι μόνο ένα έργο. Δεν είμαι εγώ. Είμαι ένας υποκριτής. Ένα εκτελεστικό όργανο. Έχω έρθει εδώ, επάνω σε αυτό το βάθρο, φορώντας αυτά τα ρούχα, έχοντας κάνει αυτή την βασανιστική προεργασία, για να επιτελέσω έναν άλλο σκοπό. Να μεταφέρω ένα μήνυμα. Χωρίς να σου πω ακριβώς τι θέλω να σου πω. Όπως οι θεατρίνοι μέσα στον «Άμλετ». Έχουμε θέατρο μέσα στο θέατρο μέσα στο θέατρο.

Oh-oh, yes I’m the great pretender
Pretending that I’m doing well
My need is such I pretend too much
I’m lonely but no one can tell

Και ο Άμλετ αναδύεται στο βάθρο. Ο παγετώνας είναι το στόμα του.
Ο αέρας που ξεφυσά. Όλοι οι ήρωες είναι ο ίδιος. Βγαίνουν στο πρόσωπό του, γεννιούνται διαρκώς νέοι ρόλοι, ο Οράτιος, ο Πολώνιος, ο Ορατιοπολώνιος, η Οφηλία. Σκίζεται το κοστούμι, σκίζεται το φύλο, σκίζεται η μνήμη, για να ξανασυνδεθούν ως μία οντότητα. Ένα ερμαφρόδιτο ον. Μία Οφηλία που δεν είναι θηλυκό, αλλά όμως τρεκλίζοντας σου λέει πως «πυρπολώ τη φυλακή μου. Πετάω τα ρούχα μου στη φωτιά. Ξεριζώνω από το στήθος μου το ρολόι που ήταν η καρδιά μου. Βγαίνω στον δρόμο, ντυμένη το αίμα μου».
Το αίμα με πιτσιλίζει.
Ο Άμλετ επιστρέφει. Είναι μαζί μου, δίπλα μου στη Δανία, στο νεκροταφείο, πράττει όσα δεν τόλμησε ποτέ να του αναθέσει ο Σέξπηρ. Δεν είναι πια δειλός, είναι ένας Άμλετ εκδικητής. Ένας Άμλετ-Ορέστης.
Με ενοχλούν οι υπόλοιποι θεατές. Με ενοχλεί που καταγράφουν όλο αυτό που συμβαίνει μπροστά μας. Με ενοχλεί, γιατί είμαι άνθρωπος κτητικός. Επί μία ώρα κάνω έρωτα με ένα κείμενο. Επί μία ώρα ερωτεύομαι. Ο «υποκριτής» θα έπρεπε να παίζει μόνο για μένα. Μόνο για το δικό μου ασυνείδητο. Τον γνωρίζει το ασυνείδητό μου. Ανταποκρίνεται.
Όταν ξεπηδάει επάνω στην σκηνή μία μορφή χθόνια, απαλλαγμένη από ρούχα, κραδαίνοντας δύο μπαλτάδες, όταν η Οφηλία μεταμορφώνεται στην Λίλιθ της, την Ηλέκτρα, όταν το φως της τρέλας του έρωτα της Οφηλίας, γίνεται το σκοτάδι της εκδίκησης και του τυφλού μίσους, όταν το μίσος ερωτοτροπεί με την αυτοθυσία, όταν η γη ανοίγει και βγαίνουν από μέσα «περίεργες σκηνές από αρχαία ορυχεία» το ασυνείδητό μου επαναστατεί. Θέλει να μου ξεφύγει και να πάει μαζί τους. Θέλει να γίνει ένα με αυτούς. Το στομάχι μου δακρύζει. Κλαίω από το στομάχι μου. Με το στόμα ανοιχτό. Τα μάτια μου στηλωμένα. Η ψυχή μου κατακρεουργημένη από παλιά μίση και πάθη, αρχαία όσο η αρχετυπική Ηλέκτρα.

Όσο ακόμα μας συνταράσσει ένας άλλος άνθρωπος, όσο ακόμα τα γραπτά μιλούν χωρίς εμάς διάμεσο, όσο αναγνωρίζουμε θραύσματα του μέλλοντός μας μέσα στην τέχνη, υπάρχει ελπίδα.

(*σκέψεις μετά την παράσταση Hamletmachine του Heiner Müller στο θέατρο ΘΗΣΕΙΟΝ, ένα θέατρο για τις τέχνες)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s