Ode to my father

Ένα από τα πράγματα που με στενοχωρούν πολύ σε αυτή την ζωή, είναι πόσες λίγες αναμνήσεις έχω από την παιδική μου ηλικία. Έχω περάσει πολλά απογεύματα με ένα βιβλίο προορισμένο για ανάγνωση, να μένει τελικά ανοιχτό επάνω στο στήθος μου, ενώ προσπαθώ να ανασύρω μνήμες και εικόνες. Έρχονται μερικές. Αλλά όχι όλες.

Το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό, είναι το πού κοιμόμουν. Οι γονείς μου είχαν ένα κρεβάτι, με αποθηκευτικό χώρο στο προσκέφαλο. Συνήθως έβαζαν μέσα κουβέρτες, μαξιλάρια, και επάνω βιβλία και εφημερίδες που διάβαζε ο πατέρας μου – η παιδική μου ηλικία, μυρίζει χαρτί εφημερίδας. Θυμάμαι πως κάποια βράδια έφευγα από το δωμάτιό μου (κοιμόμουν από πολύ μικρή σε άλλο δωμάτιο, τα καλά του να έχεις γεννηθεί στη δεκαετία του ’80) και πήγαινα στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου. Μετά, δεν ξέρω πώς ακριβώς, σκαρφάλωνα επάνω στο προσκέφαλο και κοιμόμουν εκεί, ανάμεσα στα βιβλία και τις εφημερίδες. Οι γονείς μου ξυπνούσαν το πρωί και έκπληκτοι – κάθε μα κάθε φορά η ίδια έκπληξη και κάθε φορά εξίσου πετυχημένη στην εκτέλεσή της – και με έβαζαν στο κρεβάτι τους, ανάμεσά τους. Επίσης, θυμάμαι τις ιστορίες του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν πάντα – και εξακολουθεί να είναι – ο «καλός μπάτσος» της ιστορίας. Όποτε με μάλωνε η μάνα μου, έτρεχα απευθείας στην μεγάλη αγκαλιά του πατέρα μου και αυτός έκανε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: Να μου λέει ιστορίες για αγρίους, τις οποίες πίστευε φυσικά απόλυτα με αποτέλεσμα να πιστεύω κι εγώ τυφλά.

Τις Κυριακές, ανελλιπώς, ο πατέρας μου με έπαιρνε και πηγαίναμε στο Θησείο. Ξεκινούσαμε δηλαδή την βόλτα μας από το Θησείο. Ένα Θησείο χωρίς πεζόδρομο. Ένα Θησείο με γιουσουρούμ και χαλίκι. Θυμάμαι μια μέρα, χειμώνας μάλλον ήταν, πολύ γκρίζα, είχα φορέσει το χειρότερό μου ρούχο, ένα πουλόβερ ολόμαλλο, κροκί, που με ενοχλούσε πάντα. Ένιωθα πως μου πλήγωνε τον λαιμό, ένιωθα πως έπρεπε να ξύνομαι συνέχεια. Αλλά δεν διαμαρτυρόμουν. Το θεωρούσα αδυναμία. Βγαίνοντας από το τρένο, ακριβώς απέναντι είχε πολύ κόσμο συγκεντρωμένο σε έναν σχεδόν τέλειο κύκλο. Παραμερίσαμε κι εμείς και θυμάμαι να βλέπω αρχικά τα πόδια ενός γιγάντιου άντρα. Τόσο ήταν το ύψος μου. Τα πόδια του πήγαιναν κόντρα στα χαλίκια, κάλτσες μαύρες να καλύπτουν τις γυμνές του γάμπες. Αγωνιζόταν με κάτι ή ενάντια σε κάτι. Σήκωσα τα μάτια μου. Σταμάτησα να ξύνομαι. Και είδα έναν θεόρατο άντρα με μούσια και μια φανέλα τιράντα, μαύρη, να προσπαθεί να σύρει ένα αυτοκίνητο, με τα δόντια του. Πρέπει να έχασκα με το στόμα ανοιχτό. Πρέπει να μην ανοιγόκλεισαν τα βλέφαρά μου. Η επιμονή του, η δύναμή του, η έκθεσή του σε τόσο κόσμο… δεν ξέρω τι μου είχε φανεί πιο πελώριο και μαγικό. Ίσως και αυτός ο ίδιος, σαν μορφή, σαν φιγούρα. Μετά από λίγο, αφού μετακίνησε το αυτοκίνητο και ο κόσμος παραληρούσε, ο πατέρας μου γελώντας με τράβηξε να συνεχίσουμε την βόλτα μας. «Βρε τον Σαμψών», μου είπε, «κάθε Κυριακή τα ίδια».

Η βόλτα μας είχε μια ιεροτελεστία. Σταματούσα στην Στοά του Ατάλλου, ανηφορίζαμε στην Ακρόπολη και μετά για σουβλάκι στην Πλάκα, στου Κώστα. Κάθε Κυριακή τα ίδια. Και κάθε Κυριακή μου φαινόταν πως έβλεπα κάτι άλλο.

Ο πατέρας μου είναι ο άνθρωπος που αγαπώ περισσότερο από οτιδήποτε ή οποιονδήποτε στον κόσμο. Έχω κληρονομήσει τα καλά του, αλλά δυστυχώς και τα κακά του. Ο πατέρας μου με έμαθε πώς είναι να συμβιώνεις με το άλλο φύλο και να το αγαπάς. Πώς είναι να έχουν γκρεμιστεί όλα μέσα σου κι εσύ να συνεχίζεις, χωρίς να καταλαβαίνει κανείς τίποτα. Η εσωστρέφεια του πατέρα μου, δεν είναι αντικοινωνική ή δυσλειτουργική. Είμαστε και οι δύο οι πιο εξωστρεφείς εσωστρεφείς που ξέρω. Χάρη στον πατέρα μου, αγαπώ ό,τι αγαπώ. Ο πατέρας μου με «σύστησε» στον Ηλία Πετρόπουλο, με βιβλία του να κυκλοφορούν μέσα στο σπίτι. Ο πατέρας μου μου τραγουδουσε Στράτο Διονυσίου και Πάνο Μαρίνο για να κοιμηθώ. Με έμαθε πώς να είμαι καλλιγράφος και πως, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνω όταν αγοράζω βιβλία, είναι να τα μυρίζω. Πως οι πολλοί συναισθηματισμοί είναι χάσιμο χρόνου και μπορείς να δείξεις στον άλλο την αγάπη σου με μια πολύ ειλικρινή και απλή χειρονομία.

Ώρες ώρες σκέφτομαι τι θα γίνει αν τον χάσω. Νομίζω πως δεν θα αντέξω. Νομίζω πως θα πεθάνω κι εγώ μαζί. Όχι βιολογικά. Εσωτερικά. Σαν να με κοιτάξει ο Λάζαρος του Αντρέγιεφ. Όλα θα είναι ένα τεράστιο κενό και άπειρο. Όλα θα χτίζονται και θα γκρεμίζονται εν ριπή οφθαλμού. Το μέλλον θα προσπερνά σε νανοδευτερόλεπτα και όλα θα είναι συντρίμια πριν ακόμη χτιστούν.

Κάποτε, όταν έκανα μία εγχείρηση, ενώ βρισκόμουν στην Αγγλία για σπουδές, ο πατέρας μου επενέβη με το όνειρό του και με έσωσε.
Ήμουν, λέει, πέντε χρονών και με είχε από το χέρι και βαδίζαμε σε ένα λιβάδι με παπαρούνες. Ξαφνικά, του έφυγα από το χέρι και με έχασε. Μετά από αγωνιώδη ονειρικό χρόνο, που έψαχνε μάταια να με βρει, εμφανίζεται η γιαγιά του κρατώντας με από το χέρι. «Μιχάλη, εγώ το έχω το παιδί, μην φοβάσαι». Και ξύπνησε. Παράλληλα εγώ συνερχόμουν από τη νάρκωση.

Δεν ξέρω πώς επιλέγουμε τους γονείς μας. Δεν ξέρω καν αν τους επιλέγουμε και πώς γίνεται. Δεν ξέρω γιατί επιλέγουμε να αναπαραχθούμε. Δεν ξέρω τίποτα από όλα αυτά.

Ξέρω μόνο πως θα άλλαζα όλα τα στατιστικά, θα διέλυα κάθε μαθηματική σκέψη μόνο και μόνο για να ξαναείμαι η κόρη αυτού του ανθρώπου.
Τελικά, όλες οι αναμνήσεις μου είσαι εσύ, μπαμπά.

484286_10150884262464064_1722423064_n

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s