Ιστορίες από δεύτερο χέρι

Μπαίνω για – αυτό που νόμιζα πως θα ήταν – μια γρήγορη αναζήτηση στο παλαιοβιβλιοπωλείο «Ίστωρ». Δεδομένου ότι ήταν στο δρόμο μου και ήθελα και μια σνιφιά από την αγαπημένη μυρωδιά που αφήνει ο χρόνος επάνω στο χαρτί και η λησμονιά των ανθρώπων επάνω στη δημιουργία κάποιου τρίτου.

«Θα ήθελα «το αμάρτημα της μητρός μου», μεμονωμένο αν το έχετε ή και μαζί με τα υπόλοιπα διηγήματά του, δεν με πειράζει».
Απευθύνομαι στον ιδιοκτήτη του καταστήματος, μια φιγούρα ήσυχη, με την πλεκτή του καζάκα, να αψηφά τους 25 βαθμούς που κάνει έξω. Γιατί, προφανώς, είναι της γενιάς που πηγαίνει σύμφωνα με το ημερολόγιο, και όχι με τις κόνξες του καιρού. Ήρεμος, όχι ήσυχος, όπως ανακαλύπτω σε πολύ λίγο, γιατί τα μάτια του ανοίγουν διάπλατα στο άκουσμα του θέλω μου. Αντιμετωπίζει την βιασύνη του τόνου μου και του σώματός μου (είναι το «αθλητικό μου Σάββατο» και έχω ντυθεί δρομέας), με τον δικό του ρυθμό, έναν ρυθμό που ορίζεται από την ατμόσφαιρα του μαγαζιού του.
«Φυσικά και το έχω» μου λέει, «μισό λεπτάκι να σας το φέρω».
Το μισό λεπτάκι καταναλώνεται πολύ γρήγορα, μετασχηματιζούμενο σε μισή ωρίτσα ανίχνευσης ανάμεσα στα άπειρα, πολυφορτωμένα ράφια. Εγώ ξεχνάω το αθλητικό μου Σάββατο, ξεχνάω πως μόλις σε ελάχιστες ώρες πρέπει να ξαναβρεθώ στο κέντρο, αφού πρώτα έχω επιστρέψει στον Πειραιά, γενικά ξεχνάω το παρόν, και ταξιδεύω στο παρελθόν.
Μου μιλά πίσω από τα ράφια, ψάχνοντας, κι εγώ σκοντάφτω σε γνώριμες αγαπημένες μορφές.
«Τι υπέροχος που είναι ο Βιζυηνός, έχει μια γλύκα η αφήγησή του. Το «μόνον της ζωής του ταξείδιον» το έχετε διαβάσει;»
«Όχι», ομολογώ, «μόνο το αμάρτημα της μητρός μου και το ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου. Με συγκινεί πώς τόσο αυτοβιογραφικά διηγήματα είναι μάρτυρες τόσων πολλών πραγμάτων. Δεν είναι τυχαίο που ήταν από τους πρώτους που είχαν σπουδάσει ψυχολογία στην Ελλάδα. Το είχα δει στο θέατρο με τον Λογοθέτη και…»
«Α, εγώ το είχα δει με την Κοκκίνου. Δυόμιση ώρες επάνω στην σκηνή μόνη της, με ένα τραπέζι και μία καρέκλα και ένα μπαστούνι. Και δεν ήθελες να τελειώσει.»
«Κρίμα που δεν την πρόλαβα…» μουρμουρίζω κρατώντας μία παμπάλαιη μετάφραση της Τζέυν Έηρ.
«Θεωρώ πως είναι ισάξιος του Ντοστογιέφσκι, σε επίπεδο ψυχογραφήματος. Από τους Έλληνες τουλάχιστον. Στο μόνο της ζωής του ταξείδιον» συνεχίζει η φωνή που τώρα έχει μεταπηδήσει μαγικά στο πατάρι, «μιλάει για τον παππού του και τι ταξίδια έκανε με το νου. Και έχει τέτοια γλύκα, τέτοιο χιούμορ» και μου εξιστορεί περικοπές από το διήγημα.
Μου βρίσκει δύο τόμους, τα άπαντα του Βιζυηνού.
«Έχει και τα ποιήματά του» λέει, χαϊδεύοντας τον έναν τόμο. «Νομίζω πως θα σας αρέσουν».
«Θέλω και τους δύο τόμους, ναι. Περνάω τη φάση της γοητείας του Βιζυηνού».
«Όλη αυτή την γλυκύτητα, όλη αυτή την ομορφιά του, την πλήρωσε με την ψυχή του. Γιατί να γίνεται έτσι;» με ρώτησε με πραγματική απορία, ενώ μου έβαζε τους δύο τόμους στην χάρτινη σακούλα.

Δεν ξέρω, κύριε Γιάννη. Ειλικρινά δεν ξέρω. Και ώρες-ώρες αυτή η άγνοια, με τρομάζει και με θλίβει. Γιατί, τι είμαστε αν δεν μπορούμε να βοηθήσουμε αυτές τις ψυχές, που τόσο μας έχουν βοηθήσει εμάς;

Κατηφόρισα την Ιπποκράτους μισή ώρα μετά, σκεπτόμενη πως πιθανώς να είχα ανακαλύψει έναν Μίσκιν στην οδό αυτή.

hqdefault

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s