Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΜΜΩΤΡΙΑΣ (Ή ΠΩΣ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΘΟ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ)

Ίσως να είναι η πρώτη φορά στα χρονικά που ένας τίτλος ταινίας μεταφρασμένος στα ελληνικά, είναι περισσότερο ακριβής από την αρχική του γλώσσα. Στην ουσία του πιο ακριβής. «Ο Εραστής της Κομμώτριας» είναι η ελληνική μετάφραση της ταινίας που είναι γνωστή ως «Ο Σύζυγος της Κομμώτριας» («Le Mari de la Coiffeuse», «The Hairdresser’s Husband», «El Marido de la Peluquera» κ.λπ.). Θα μπορούσε κανείς να είναι καυστικός και να πει πως είναι άλλο ένα μεταφραστικό ατόπημα, από αυτά που όλοι αγαπάμε να μισούμε στις μεταφράσεις/υποτιτλισμό ξένων ταινιών στην ελληνική γλώσσα. Αν, όμως, κανείς δει την ταινία, θα καταλάβει πόσο εμπνευσμένος ήταν ο Έλληνας μεταφραστής. Στην ταινία, που είναι ένας ύμνος στις παιδικές εμμονές, στην ενηλικίωση μόνο την σωματική, καθότι η φαντασιακή και η πνευματική παραμένει άγουρη καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας (οι δύο εραστές είναι παιδιά, αναπλάθοντας και αναβιώνοντας στιγμές της παιδικής τους ηλικίας μαζί, δημιουργώντας έτσι μια νέα παιδική ηλικία, ένα δικό τους άσυλο, έναν δικό τους καθαγιασμένο χώρο στον οποίο χωρούν μόνο αυτοί οι δύο) στον πόθο, στην ιδέα του έρωτα σαν ένα ήρεμο ποτάμι, το οποίο δροσίζει και δεν μένει ποτέ στάσιμο, σχεδόν ξεχνάμε ότι το ζευγάρι είναι παντρεμένο. Ζουν μία καθημερινότητα ήσυχη, συντροφική, συνυπάρχουν με μία αρμονία, που μόνο σε ζευγάρι εραστών μπορεί να ταιριάξει. Γιατί, ο γάμος στο μυαλό όλων μας, είναι μία σύμβαση, κάτι το οποίο «καταντάει» να είναι κάτι πολύ μακριά από αυτό που το ενέπνευσε. Στο μυαλό μας ζει η φράση «το μνημόσυνο του έρωτα, είναι ο γάμος».
Το ζευγάρι ξεκινά την κοινή του πορεία παράδοξα: Ο Αντουάν ερωτεύεται την Ματίλντ επειδή είναι κομμώτρια και επειδή είναι όμορφη. Μία όμορφη κομμώτρια. Η παιδική του εμμονή ενσαρκώνεται. Ο Αντουάν, λοιπόν, είναι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, από την αρχή της ταινίας, αυτό μας γίνεται ξεκάθαρο. Βέβαια, πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος της εκπλήρωσης του φαντασιακού, της επιθυμίας. Όταν αυτή εκπληρώνεται, συνήθως ο άνθρωπος, το άπληστο αυτό ον, θέλει κάτι άλλο. Κάτι που δεν μπορεί να έχει. Κάτι που δεν είναι στον παρόν του. Όλοι αγαπάμε τους απόντες. Η Ματίλντ, είναι αινιγματική στην αρχή της ταινίας. Μα και ως το τέλος της. Είναι μια γλυκιά, ήσυχη κομμώτρια, που υποδέχεται με χαμόγελο όλους τους πελάτες της, τους περιποιείται με συνέπεια και μία δόση μητρικής φροντίδας. Ο Αντουάν της κάνει πρόταση γάμου στο πρώτο τους λούσιμο. Στη δεύτερη επίσκεψή του για κούρεμα, η Ματίλντ του λέει πως δέχεται. Η κοινή τους ζωή, λοιπόν, ξεκινά με έναν γάμο. Χωρίς καμία δοκιμαστική περίοδο. Αρχίζουν να ζουν (και να φθείρονται) μέσα στον γάμο. Το σύμπαν τους είναι οι δυο τους. Το μικρό κομμωτήριο και το καμαράκι πάνω από αυτό. Επιτρέπουν εισβολές από τον έξω κόσμο, τόσο όσο. Μόνο στις ώρες που λειτουργεί το κομμωτήριο. Έτσι δεν συνταράσσει κανείς την ευτυχία τους και την αφοσίωση του ενός προς τον άλλο, αφού δεν επιτρέπουν σε κανέναν να μπει σε αυτή. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Δεν φαίνεται να πηγαίνουν πουθενά. Δεν μου αρέσει να ταξιδεύω, λέει ο Αντουάν στο πρώτο τους ραντεβού, στον καναπέ του κομμωτηρίου. Ούτε κι εμένα, απαντά η Ματίλντ. Υπέροχα, οπότε θα μένουμε εδώ. Ωστόσο ταξιδεύουν ίσως περισσότερο από άλλους ανθρώπους. Ο ένας στο πρόσωπο του άλλου, στο κορμί, στα τρίσβαθα των σπλάχνων τους. Με μουσική υπόκρουση από τον Νείλο, ταξιδεύουν σε μία Ανατολή όπου οι αισθήσεις κυριαρχούν. Οι αισθήσεις και η αφοσίωση.

«Κάποια μέρα θα αγοράσω ένα λαχείο, μόνο ένα. Φυσικά θα κερδίσω. Θα πάμε κρουαζιέρα στο Νείλο, χορεύοντας στο κατάστρωμα του πλοίου, από το πρωί ως το βράδυ, κοιτάζοντας τον ήλιο να δύει πίσω από τις πυραμίδες.»

Φυσικά δεν το εννοεί. Όχι κυριολεκτικά τουλάχιστον. Δεν θέλει κανείς από τους δυο να πάει πουθενά, με κανένα πλοίο. Χορεύουν επάνω στο δικό τους κατάστρωμα, στο μικρό κομμωτήριο, με τα κλειστά κουρτινάκια. Δεν χρειάζεται να πάνε σε κανέναν Νείλο, ο Νείλος έρχεται σε αυτούς, δεν χρειάζεται να πιουν αλκοόλ, μεθουν πίνοντας κολώνιες και κάνοντας έρωτα. Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή την μαγεία, υπάρχει μια συννεφιά, κάτι το απροσδιόριστα «βαρύ» σκεπάζει όλη την ταινία. Σε απειροελάχιστες στιγμές μέσα στο έργο, τόσο απειροελάχιστες που θεωρείς πως κατι το ενοχλητικο συμβαινει, καθότι σου κόβει τον ειρμό της ευτυχίας τους, η Ματίλντ κάνει διαπιστώσεις για τα γηρατειά και το ρευστό της ζωής. Η Ματίλντ έχει ένα βέβαιο φόβο: Ο πόθος σβήνει. Η εκπλήρωση της ευτυχίας δεν μπορει να διαρκεί αιώνια. Δεν γίνεται. Δεν θέλει να το πιστέψει.

Αγκάλιασέ με σφιχτά, Αντουάν, με όλη σου τη δύναμη, πίεσε το στήθος μου τόσο πολύ, ώστε να μην μπορώ να πάρω ανάσα. Φοβάμαι πως κάποια μέρα δεν θα θέλεις να χορεύεις μαζί μου πια.

«Φοβάμαι πως μια μέρα δεν θα θέλεις να χορεύεις μαζί μου». Φοβάται για την απώλεια της επιθυμίας του άλλου. Για την δική της είναι βέβαιη, στιβαρή, ακλόνητη. «Ποτέ δεν ανήκα σε κανέναν, Αντουάν». Το αίσθημα του να ανήκει κανείς. Αυτή η γοητευτική διαστρέβλωση της πραγματικότητας, αφού, αλήθεια, ξέρουμε πως κανείς δεν μπορεί να ανήκει σε κανέναν. Δεν είμαστε χωράφια, δεν είμαστε ζώα που χρειάζονται δεσπότη. Είναι όμως στ’ αλήθεια έτσι; Όσο αυτάρκης και να είναι κανείς, όσο και να μπορεί να σταθεί στα πόδια του, θέλει να ανήκει κάπου. Σε μία ομάδα, σε έναν άνθρωπο. Όχι για να προσδιορίζεται. Μα για να ολοκληρώνεται. Γιατί μία ύπαρξη που δεν μοιράζεται με μία άλλη, ίσως να χάνεται στον γαλαξία μόνη της. Ίσως η ουσία της να διαχέεται παντού, χωρίς νοημα. Η Ματίλντ θέλει να ανήκει. Και βρήκε τον Αντουάν να ανήκει. Για τον Αντουάν αυτό είναι μια φυσική κατασταση. Όλο αυτό που ζει είναι απολύτως φυσικό. Δεν το αμφισβητεί ποτέ. Δεν υπάρχουν δεύτερες σκέψεις. Ο Αντουάν ζει στο παρόν. Η Ματίλντ στο μέλλον. Και τρέμει στην ιδέα ενός μέλλοντος όπου δεν θα υπάρχει ο πόθος του Αντουάν. Σε μία ζωή χωρίς την απομόνωσή τους, που όμως δεν είναι απομόνωση, μα το σύμπαν τους. Έτσι παίρνει την απόφαση που παίρνει.
Ζουν δέκα χρόνια μαζί, με τον πόθο τους εκεί παρόντα, απτό, διαρκή, μεταλλασσόμενο, ναι, μα διαρκή. Ο έρωτας του Αντουάν και της Ματίλντ είναι ήσυχος, στην επιφάνεια, μα κανείς δεν γνωρίζει τι γίνεται από κάτω. Πώς μπορεί κανείς να ξέρει την ευτυχία του άλλου; Έχει άλλα χρώματα, άλλα σχήματα, άλλη μυρωδιά. Μόνο ο Άλλος ξέρει. Ο σημαντικός Άλλος του καθένα.
Η Ματίλντ και ο Αντουάν τσακώθηκαν μία φορά. Ο τσακωμός τους ήταν η απομάκρυνση της Ματίλντ από την συζήτηση. Μία σιωπή με εκκωφαντικό θόρυβο. Γιατί διατάραξε την ιεροτελεστία της καθημερινότητάς τους. Δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά, συνειδητά, γιατί θα υπήρχε ρήγμα στο ποσοστό της αγάπης τους. Θα έπρεπε να μοιραστεί διά του τρία ή διά του όσο. Και κανείς τους δεν ήταν διατεθειμένος γι’ αυτό. Και κανείς τους δεν ήταν διατεθειμένος να ταράξει την πραγματικότητά του. Γιατί η πραγματικότητα συνάντησε το φαντασιακό. Και αυτό το φύλαξαν με πάσα ιερότητα και θυσία.

Η Ματίλντ θυσιάζεται για την διατήρηση του Πόθου. Ο Αντουάν δεν ξέρω αν την καταλαβαίνει. Εγώ, αν ήμουν ο Αντουάν, δεν θα την καταλάβαινα. Καταλαβαίνω, όμως, τη Ματίλντ. Ο Εραστής της Κομμώτριας, δεν υπήρξε ποτέ σύζυγος. Γιατί χώρισαν σαν εραστές. 0_b9f24_f003bc5a_orig

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s