Ο Γιωργος ο «κι ετσι»

Ο Γιώργος ο «κι έτσι»

Χθες έπιασα να θυμάμαι τα φοιτητικά μου χρόνια σε ένα μικρό Ουαλικό χωριό – ας το ονομασουμε για τις αναγκες του κειμενου «Aberystwyth» (σιγα μην υπαρχει τετοιο ονομα) –  που ομοίαζε με γαλατικό. Τέτοια ειδυλλιακή φύση θα μπορούσε να αντανακλάται σε ένα πίνακα του Μονέ. Προβατάκια παντού. Θάλασσα. Κάστρα.

Ενώ σκεπτόμουν όλα αυτά, νοσταλγώντας ανέμελες στιγμές, πρώτους έρωτες και βαριές (για τότε) απογοητεύσεις, ένα πρόσωπο σχεδόν ξεχασμένο ξεπήδησε στο μυαλό μου. Ο Γιώργος ο «κι έτσι». Σχεδόν σόι με τον Μπάμπη τον Φλου. Είχαν την ίδια παροιμιώδη, ανυπέρβλητη, σχεδόν υπερφυσική ή μεταφυσική αδιαφορία. Θα πίστευε κανείς, όταν τον έβλεπε για πρώτη φορά, πως στο μυαλό του θα δημιουργούνταν echo, αν κανείς αποτολμούσε να του φωνάξει. Το βλέμμα του τον πρόδιδε.

Η πρώτη μας επαφή ήταν κινηματογραφική. Πρώτη μου μέρα στη φοιτητική εστία, παρέα με τη μανούλα, την οποία με καημό προσπαθούσα να κάνω να απογαλακτιστεί από εμένα. Είχε έρθει να μου φτιάξει ένα ταψί μουσακά, να μου αγοράσει το νοικοκυριό στο οποίο θα έμενα τα υπόλοιπα 4 χρόνια της ζωής μου. Και να κόψει και φάτσες, φυσικά. Ξαφνικά χτυπά η πόρτα μου. Ανοίγω, βλέπω μια καλοκάγαθη φυσιογνωμία να μου μιλά σε κάτι ακαταλαβίστικο, που ομοίαζε την αγγλική. «Χελλόου. Άι χερντ σαμ σάουντς εντ άι σεντ σαμουάν ιζ νεξτ ντορ». Προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω αυτό που μου φαινόταν σαν αραμαϊκή, απάντησα σε κλασικά οξφορδιανά αγγλικά. Η συζήτηση κύλησε έτσι για κανένα τρίλεπτο ώσπου γίνεται η ερώτηση: «Σόου, χουέρ αρ γιου φρομ». ΓΚΡΙΣ, απαντώ η περήφανη Καραγκούνα, και άμεσα σαν κλαρίνα να ακούστηκαν στο background και γιόμισε το στέρνο μου περηφάνια και ρίγανη. «ΕΛΑ ΡΕ!!!!! Ελληνίδα είσαι;;;;» άκουσα ξάφνου και τα κλαρίνα σταμάτησαν.

Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με τον γείτονά μου, Γιώργο. Επίθετο, δεν θυμάμαι. Και να το θυμόμουν δεν θα το έγραφα. Ο Γιώργος σπούδαζε ιστορία. Δεν είχε lower. Τα αγγλικά τα γνώριζε εξ ενστίκτου. Μελετούσε ώρες πάνω από βιβλία με τρία λεξικά ανοιχτά. Όσο καιρό ήταν η μάνα μου εκεί, την έβαζε να του μαγειρεύει καλούδια (κι αυτή άλλο που δεν ήθελε). Μου άνοιγε τα ντουλάπια χωρίς να με ρωτήσει και μου έτρωγε τα κορν φλέικς. Και τις σοκολάτες. Και ό,τι είχα γενικά και του φαινόταν του γούστου του. Όταν του το είπα μια μέρα, μου απάντησε «Εγώ είμαι της κοινοκτημοσύνης, κι έτσι». Ο Γιώργος στο τέλος κάθε πρότασης προσέθετε τη φράση «κι έτσι». Για παράδειγμα: «Σήμερα θα πάω για ποδοσφαιράκι κι έτσι». Ή «χιονίζει, κι έτσι». Δεν θεώρησα σκόπιμο να του εξηγήσω πως κοινοκτημοσύνη είναι όταν όλοι δανειζόμαστε από όλους, κι έτσι. Πίστευα πως δεν θα το καταλάβαινε.

Υποψιαζόμουν, όσο περνούσε ο καιρός, ότι ο Γιώργος δεν ήταν από τα λαμπρότερα μυαλά που έχει γεννήσει η φύση. Θέλετε κάτι που τηγάνιζε τις πατάτες και τις σούρωνε με πλαστικό σουρωτήρι; Που έπαιζε μπάλα στο διάδρομο της εστίας κατά την εξεταστική περίοδο; Που γυρίσαμε από ένα κοινό μάθημα κάποια στιγμή (πολιτική θεωρία ήταν θαρρώ) στο οποίο κάναμε λόγο για τη Mary Wolstonecraft (η πρώτη φεμινίστρια) και γεμάτος απορία μου λέει «όλα καλά ρε Θάλεια …. ΑΥΤΟΣ Ο Mary Wolstonecraft ποιος ήταν»; Τέτοιες μικρές, ανεπαίσθητες λεπτομέρειες….

Στο δωμάτιό του δεν είχε τύχει να μπω ποτέ. Αστικοί μύθοι της Ουαλίας λένε ότι φύτρωναν περίεργα βοτάνια επάνω στα πολυκαιρισμένα και χρησιμοποιημένα πιάτα του, καθώς επίσης και μικρά ποδαράκια, με αποτέλεσμα να έχουν βρεθεί πιάτα του και σε διπλανές εστίες. Ώσπου μια μέρα, συνέβη το αναπάντεχο. Ο Γιώργος ο κι έτσι, συνελήφθη να καθαρίζει το δωμάτιό του. Σφουγγαρίστρες, κουβάδες, καθαριστικά σε μία τρελή παρέλαση. Όλοι οι συγκάτοικοι θορυβηθήκαμε. «Τι συμβαίνει»; Ρωτήσαμε γεμάτοι αγωνία. «Περιμένω την κοπέλα μου», απάντησε με καμάρι. Κοπέλα του; Καταλαβαίνετε την απορία μας.

Μετά από λίγες μέρες πραγματικά, βλέπω μια πανέμορφη κοπέλα στην κοινή μας κουζίνα. Την πλησιάζω συστηνόμαστε. Μου λέει «είμαι η κοπέλα του Γιώργου». Πιάνουμε δι’ ολίγων τη συζήτηση κοιτώντας έξω από το παράθυρο, πέρα στη γκρίζα θάλασσα της Ιρλανδίας. Οι σκέψεις μου έτρεχαν ορμητικές και μαύρες, ώσπου τις ανέκοψε η εξής ατάκα: «ωχ καλά τώρα άμα σου πω τι φλασιά έφαγα». Τι, την ρωτώ. Άσε, μου λέει, και κοκκινίζει. Τι παιδί μου, ξαναλέω. «Παίζει πολύ φύση εδώ, ε; Μωρέ να, νόμιζα πως είδα θάλασσα κι έτσι».

Και τότε πείστηκα. Από αυτή τη μικρή, λιτή και απέριττη ατάκα: Πως για όλους τους ανθρώπους υπάρχει το άλλο μισό. Και δεν ξαναστενοχωρήθηκα πια γι’ αυτά τα θέματα μέχρι σήμερα.

Ελπίζω ο Γιώργος ο κι έτσι να είναι καλά. Και να έχει πάρει πτυχίο….

P.S. Κανείς σας δεν θα μάθει ποτέ αν όντως είναι υπαρκτό πρόσωπο ή αποκύημα της νοσηρής μου φαντασίας….

-Town-of-Aberystwyth-006

Advertisements

2 responses to “Ο Γιωργος ο «κι ετσι»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s