Η (απτή) αγάπη του Μίκαελ Χάνεκε

hero_EB20130109REVIEWS130109977AR

Στη ζωή υπάρχουν παγίδες. 
Οι παγίδες αυτές κρύβονται μέσα σε γλυκά χαμόγελα, σε θάλασσες που δεν γνωρίζουμε, σε φυτά που σε ελκύουν με την όψη τους, σε μάτια που δακρύζουν. Και σε ταινίες με τίτλους όπως «Αγάπη».
Η «Αγάπη» του Χάνεκε ακριβώς όπως το «Biutiful» του Iñárritu, είναι δύο ταινίες μέσα στις οποίες μπορείς να παγιδευτείς. Αρχικά, σε παγιδεύει ο τίτλος τους, που σου υπόσχεται ότι θα δεις μια ιστορία αγάπης και κάτι το όμορφο.
Βέβαια, όπως συμβαίνει και με τις περισσότερες παγίδες, πέφτουμε σε αυτές με δική μας ευθύνη. Η παγίδα μοιάζει με κάτι που εμείς έχουμε φανταστεί, με κάτι το οποίο εμείς ξέρουμε και εξηγούμε σε πρώτο επίπεδο με τον δικό μας κώδικα.
Η αγάπη έχει συνήθως θετικό πρόσημο. Η αγάπη είναι για πάντα νέα. Έχει, λοιπόν, αρχικά να κάνει με τα νιάτα. Η αγάπη μας κάνει όμορφους. Έχει, επίσης, λοιπόν να κάνει με την ομορφιά. Η αγάπη νικάει.
Η Αγάπη του Χάνεκε είναι ύπουλη. Αφορά ένα ζευγάρι που δεν είναι νέο, που κάποτε ίσως υπήρξε όμορφο, που όμως είναι ακόμα μαζί. Η αγάπη τους έχει δημιουργήσει ένα ολόδικό τους σύμπαν. Βγαίνουν μαζί, κάνουν πράγματα μαζί, πηγαίνουν σε συναυλίες, διαβάζουν βιβλία, ακόμα φλερτάρουν μεταξύ τους. Οι δυο τους. Τι κι αν έχουν κάνει παιδί. Τι κι αν η αγάπη τους έχει επεκταθεί. Είναι κι αυτό μία παγίδα. Αν υπάρχει ερωτική αγάπη, το παιδί δεν χωρίζει. Το παιδί αντιμετωπίζεται ως αυτό που είναι: Ένας άνθρωπος που φέραμε στον κόσμο μαζί, τον μεγαλώνουμε μαζί, χωρίς αυτός να έχει κάποια δύναμη επάνω μας. Εμείς, ως δύο, έχουμε επάνω του. Και όχι κατασταλτική. Αλλά διδακτική. Η κόρη λέει πως «γυρνούσα από το σχολείο και σας άκουγα να κάνετε έρωτα και ήξερα πως είστε αγαπημένοι». Η κόρη έμαθε τι σημαίνει αγάπη μέσα από την πρακτική καθημερινότητα ενός έρωτα. Η κόρη έφυγε, όπως φεύγουν τα παιδιά, ή όπως θα έπρεπε να φεύγουν τα παιδιά. Και το δύο έμεινε δύο. Όχι πως ποτέ υπήρξε τρία. Ήταν δύο συν ένα.
Το δύο γέρασε, τα μαλλιά άσπρισαν. Το δύο δεν περπατά με ευκολία, αλλά περπατά χέρι με χέρι. Το δύο συνομιλεί. Το δύο ξυπνά μαζί κάθε πρωί και συζητά τον κόσμο, την ημέρα, το χθες και ό,τι υπάρχει στο μυαλό του που θεωρεί ότι μπορεί να ειπωθεί. Το δύο λέει «ευχαριστώ» και «παρακαλώ». Το δύο είναι ευγενικό. Η μία μονάδα προς την άλλη μιλά με φροντίδα, με σεβασμό και με μία ευγένεια που ίσως φαντάζει βαρετή και προσποιητή. Όμως, αποτελεί χαρακτηριστικό τους. Είναι συστατικό της κόλλας του δύο.
Ξαφνικά το δύο μένει ένα. Για μερικά λεπτά το δύο δεν επικοινωνεί σαν δύο. Υπάρχει σωματικά, μα δεν υπάρχει σαν επαφή. Υπάρχει ένα που προσπαθεί να επικοινωνήσει με το άλλο ένα. Το ένα ανησυχεί. Το ένα αρχίζει να φοβάται. Το ένα, με το φθαρμένο του βάδισμα, προσπαθεί να βρει βοήθεια. Και εκεί το άλλο ένα επανέρχεται. Ξαναγίνονται δύο. Η επικοινωνία αποκαθίσταται, ο φόβος μένει.
Το ένα παραλύει. Το ένα δεν περπατά πια όπως πρώτα. Το ένα προδίδει τον κοινωνικό κανόνα της αγάπης περί νεότητας. Το ένα μπορεί να κουνά και να νιώθει μόνο την αριστερή πλευρά. Το ένα εξακολουθεί να επικοινωνεί όπως πρώτα. Αρχίζει όμως να σκέφτεται διαφορετικά. Το ένα θέλει να νιώθει πως είναι αποδεκτό και αγαπητό επειδή είναι αυτό το συγκεκριμένο ένα. Στο ένα δεν αρκεί να ξέρει πως είναι υποχρέωση η φροντίδα του, υποχρέωση που προκύπτει μετά από χρόνια αγάπης. Δεν είναι αγάπη αυτό, για το ένα. Το ένα δεν θέλει να το αγαπούν υποχρεωτικά. Δεν θέλει να βαραίνει το άλλο ένα. Θέλει το άλλο ένα να συνεχίσει να ζει χωρίς το βάρος της φροντίδας του. Αυτό το ένα δεν θέλει να συνεχίσει να ζει.
Το άλλο ένα απλά δεν καταλαβαίνει τι εννοεί το ένα του. Δεν ξέρει τι θα πει καθημερινότητα χωρίς το ένα του. Το ένα του είναι η συνήθειά του. Είναι ο συζητητής του. Είναι η παρέα του. Είναι το ένα που κοιτούσε με πόθο λίγους μήνες πριν. Είναι το ένα που τον φρόντιζε, που του έλεγε να φορέσει παλτό πριν βγει και να αλλάξει τα παπούτσια του. Το ένα θα φροντίσει το άλλο ένα. Εγωιστικά. Θα το φροντίσει γιατί θέλει να υπάρχει το άλλο ένα.
Μόνο που η ένα με τον καιρό παύει να είναι εκείνο το ένα. Η ένα δεν τρώει. Δεν επικοινωνεί με τον συνήθη τρόπο.. Δεν πίνει. Δεν κινείται. Το ένα πονάει. Η ένα κατουριέται επάνω της. Η ένα φοράει πάνα. Η ένα δεν είναι ενήλικας. Η ένα έχει γίνει ένα μωρό. Η ένα τον πρόδωσε. Η ένα πρόδωσε τον εαυτό της και το ξέρει. Η ένα δεν θέλει να ζήσει. Η ένα δεν καταπίνει το νερό που της δίνει ο ένα.
Ο θάνατος είναι ο ένα. Αυτός που ήταν η μορφή του έρωτα για την ένα, είναι η τελική μορφή που θα δει η ένα. Έτσι πρέπει, έτσι είναι το σωστό. Μόνο ο ένα μπορεί να καταλάβει πως η ένα πρέπει να φύγει για να μην υποφέρει άλλο. Μόνο ο ένα μπορεί να νιώσει την χαμένη αξιοπρέπεια της ένα, πέρα από αυτή. Ο ένα πρέπει να βάλει τον εγωισμό του στην άκρη. Ο ένα πρέπει να μάθει να ζει ως ένας. Ο ένα πρέπει να κάνει την κίνηση απτής αγάπης στην ένα. Σε σκοτώνω γιατί σε αγαπώ. Σε σκοτώνω γιατί δεν μπορώ να σε αφήνω πια να είσαι κάποια, που δεν θέλεις να είσαι. Σε σκοτώνω γιατί δεν θέλεις πια να σε βλέπω σαν μωρό. Σε σκοτώνω γιατί σε άφησα, παρά τη θέλησή σου, να γίνεις μωρό. Συγγνώμη. Συγγνώμη, chérie. Συγγνώμη που σε άφησα να πονάς. Συγγνώμη που έπεσα στην παγίδα της νεανικής αγάπης.
Η ένα δεν πεθαίνει. Η ένα ζει. Μαζί του. Του σιγοτραγουδά τις γέφυρες της Αβινιόν. Του πιάνει το χέρι. Του φοράει τα παπούτσια του. Του υπενθυμίζει ευγενικά πως θα πρέπει να βάλει το παλτό του τώρα που θα βγουν έξω. Τώρα που θα χαθούν μαζί στην αιωνιότητα. Ίσως να κάνει κρύο εκεί. Αλλά θα είναι μαζί. Θα είναι δύο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s