I feel you

Ο πρώτος μου χωρισμός έχει άρωμα Str8.
Το Str8 το μαύρο. Στο τσίγκινο κουτάκι.
Είμαι ο αυτουργός αυτής της ανάμνησης.

Στους ανθρώπους που αγαπώ, μου αρέσει να αγοράζω αρώματα. Από την μητέρα μου το έμαθα αυτό. Πάντα στις γιορτές της, με έβγαζε από το αδιέξοδο του «τι δώρο να της πάρω». Κατανάλωνε τα αρώματα χωρίς καμία αίσθηση μέτρου. Δεν υπήρχε το «αυτό είναι καλό άρωμα, να το κρατήσω για τις εξόδους». Φορούσε το καλό άρωμα παντού.

Ο πρώτος μου έρωτας μύριζε Str8 μαύρο και έφταιγα εγώ. Εγώ με τα χέρια μου το διάλεξα και το αγόρασα και το πρόσφερα. Και εκείνος για να με τιμήσει το φορούσε. Ό,τι του έπαιρνα το φορούσε. Εκείνος, πιο ιδεαλιστής, μου έκανε δώρο λουλούδια. Μου είχε πάρει μία μικρή γλάστρα τριανταφυλλιάς. «Αυτή είναι η σχέση μας. Και πρέπει να την ποτίζουμε. Και να την έχουμε στο περβάζι να παίρνει ήλιο. Μύρισέ την.» Δεν θυμάμαι πώς μύριζε εκείνη η τριανταφυλλιά. Θυμάμαι μόνο το μαύρο τσίγκινο Str8 και το πώς αυτό αναδυόταν από τα πλαϊνά του λαιμού του. Θυμάμαι ένα αυτοκίνητο. Πολλά δάκρυα. Πολύ σωθικό που εγκαταστάθηκε για πάντα σε μια άλλη χώρα. Έφυγε από μέσα μου και έμεινε για πάντα εκεί.

Το βράδυ που πέθανε η μητέρα μου, αφού διάλεξα τα ρούχα που θα φορούσε, έβαλα ένα κουτί Elixir της Clinique σχεδόν άθικτο μέσα στην τσάντα. Είπα στους κυρίους που θα την ετοίμαζαν: «Θέλω να της την βάλετε όλη». Δεν ξέρω γιατί. Πάει καιρός που η μητέρα μου είχε πάψει να φοράει κολώνιες. Είχε πάψει να ασχολείται με τον εαυτό της. Αλλά η Elixir μου θύμιζε το δυναμικό της τότε. Και είχα την ακλόνητη πεποίθηση πως και η ίδια θα ήθελε να μυρίζει έτσι. Όταν άνοιξαν το φέρετρο μύρισε παντού Elixir. Η μητέρα φορούσε τα ρούχα του τότε και μύριζε όπως τότε. Όπως τότε που πάλευε με όλους και με όλα. Καθώς φιλούσα το μοσχομυρισμένο της πρόσωπο, ένιωθα τον ιδρώτα της. Ψυχρό. Και χρωματισμένο με την μπογιά της τέχνης του μακιγιάζ των νεκρών. Σκέφτηκα τότε πως είναι η τελευταία μου ευκαιρία να αποθηκεύσω ακόμα μία ανάμνηση της οποίας πάλι ο αυτουργός ήμουν εγώ. Με ένα χαρτομάντιλο μάζευα τον ιδρώτα της μητέρας μου. Αυτό που πίστευα, που πάσχιζα να πιστέψω πως ήταν ιδρώτας. Που στην πραγματικότητα ήταν ο πάγος που διαλύεται και διαχέεται παντού. Έγραψα στο χαρτομάντηλο «Μαμά, 6 Απριλίου 2015» και το έβαλα μέσα σε ένα πολυμπάγκ.

Η όσφρηση είναι η ισχυρότερή μου αίσθηση. Δεν βλέπω πολύ καλά ούτε ακούω πολύ καλά. Αλλά οσφρίζομαι ανελέητα. Μπορώ να καταλάβω τα συστατικά ενός φαγητού από τη μυρωδιά του. Νομίζω πως είναι λιγάκι αστείο, αν το σκεφτεί κανείς.

Χθες βρήκα το μπουφάν την μητέρας μου, μέσα στη ντουλάπα. Το μπουφάν που φορούσε αφού είχε πάψει να φορά την Elixir. Το αγκάλιασα και έχωσα βαθιά μέσα τη μύτη μου. Μύριζε φαγητό. Κρεμμύδι. Κρεμμύδι και κάτι άλλο. Το φορούσε όταν καθόταν να φάει στην κουζίνα. Και σκέφτηκα πως ο μεγάλος μου χωρισμός δεν θα φύγει ποτέ από το μυαλό μου. Γιατί όσες Elixir και αν αποφύγω, όσες Str8 κι αν πάψω να μυρίζω, ο (απο)χωρισμός έχει πάντα την μυρωδιά της ζωής. Ενός βολβού θαμμένου μέσα στη γη. Ο μεγάλος μου χωρισμός, πάντα θα μυρίζει κρεμμύδι. Τίποτε ακριβό. Τίποτε που να πρέπει να μπω στον κόπο να αποφύγω να αγοράσω. Εκεί. Παρόν. Κρεμμύδι.

Τόσο απλό.

3674040427_ea04ebcb2a

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s