Λιπάσματα

Το παλιό εργοστάσιο λιπασμάτων στη Δραπετσώνα έπεσε τυχαία επάνω μου ένα απόγευμα που έτρεχα να γλιτώσω από τον εαυτό μου. Από τον εαυτό μου που είναι πνιγμένος στους φόβους. Από τον εαυτό που προσπαθεί να πιαστεί από τα μαλλιά του για να βγει στην επιφάνεια. Και δεν τα καταφέρνει.

Σε μία μικρή κρίση επιταχυμένης αναπνοής και καρδιακών χτύπων, λίγο πριν νοερά μπει η μύτη μου κάτω από το νερό της μπανιέρας, βγήκα στους δρόμους. Η Δραπετσώνα μου είναι άγνωστη. Πέρα από τα σούπερ μάρκετ της γειτονιάς που αναγκαστικά ξέρω. Τελευταία, πάλι ενώ έτρεχα να ξεφύγω από την κλεισούρα του κάθε μέρα, την ρουτίνα της επανάληψης, του ίδιου τοστ κάθε βράδυ, ανακάλυψα ένα υπερυψωμένο μέρος που έχει θέα προς τα καράβια. Δεν είναι αυτό που λέμε ιδανική ρομαντική θέα. Αν και δεν ξέρω τι ακριβώς έχει στο μυαλό του ο καθένας για ρομαντική θέα. Είναι μια βιομηχανική θέα. Αυτοκινητόδρομος που πάει για Πέραμα, τελωνείο, τεράστια γκρι κτίρια με λίγο κίτρινο για εκμοντερνισμό, καράβια που περιμένουν την σειρά τους για αποτέφτωση, άλλα που απλά ξαποσταίνουν από ταξίδια μακρυνά, λίγο Κρήτη, λίγο Δωδεκάνησα.

Τα πάνινα παπούτσια μου με έτριβαν και με έκαιγαν στις φτέρνες από την ταχύτητα. Όταν θέλεις να κλάψεις νομίζω ότι τρέχεις. Τρέχεις για να μην σε καταλάβει ο κόσμος, τρέχεις μήπως και τα πάρει ο άνεμος και δεν το καταλάβεις ότι κλαις, τρέχεις γιατί οι ενδορφίνες ίσως υπερνικήσουν. Και ξαφνικά βρίσκεται μπροστά σου ένα παγκάκι. Από όλα τα 5 παγκάκια που πέρασες. Και κάθεσαι. Και κοιτάζεις το τελωνείο. Την γκρι θάλασσα. Το καράβι που ξαποσταίνει. Κάποια άλλα που φεύγουν μακριά. Και κλαις. Γιατί θυμάσαι. Γιατί υπάρχει η μνήμη. Γιατί όλα όσα είμαστε είναι μνήμη. Και η μνήμη αυτή με μια άλλη μνήμη έχουν γίνει σκατά μέσα σου, ανακατεμένα και θες να ουρλιάξεις στο καράβι που ξαποσταίνει “Περίμενέ με!” και δεν το κάνεις.

Αλλά ανακαλύπτεις τον ορίζοντα. Προς τα εκεί τι έχει; Κάτι θα έχει δεν μπορεί. Σέρνεις τα πάνινα παπούτσια σου λίγα βήματα πιο πέρα και πιο λίγο. Και βγαίνεις σε μια κατηφόρα. Κάποια παιδιά παρέα πηγαίνουν προς τα εκεί – μα τι είναι; Ένας μεγάλος, αχανής χώρος. Μυρίζει έντονα καμμένη γη. Η αγαπημένη μου μυρωδιά. Καμμένο ξύλο. Καμμένο στάχυ. Κοιτάζω από το πέτρινο παράθυρο (με θέα) την καμμένη γη. Μου έρχεται ο Αντίχριστος του Τρίερ στο μυαλό, και το μαγεμένο δάσος, που όμως είναι καταπράσινο, όχι καμμένο. Γιατί το σκέφτηκα;

Μια μεγάλη σιδερένια πόρτα. Ένα φυλάκιο. Ένα τεράστιο φουγάρο που αγγίζει τα σύννεφα. Το καπνίζει ο γάτος του Cheshire σκέφτηκα αμέσως. Βέβαια. Επάνω είναι και το καπνίζει.

Ψάχνω είσοδο. Τα παιδιά έχουν μπει, άρα θα μπω κι εγώ. Βρίσκω. Μια τεράστια αλάνα χωρίς καμία περίφραξη. Δίπλα μια ακτή. Σαν να μπορείς να κάνεις μπάνιο, αν θελήσεις να κολυμπήσεις μέσα σε απροσδιόριστη βρωμιά. Όταν δεν σε νοιάζει δηλαδή, μπορείς εδώ. Παραταγμένα τσαντήρια, νοικοκυριά ολόκληρα, datsun με σκασμένα λάστιχα, κι ένα πλήθος μικρά γυφτάκια τρέχουν προς το μέρος μου. Με γέλια αμείλικτα μα και διστακτικά. Τι θέλετε ρε, τους λέω και τους γελάω. Ο πιο μάγκας κάνει να με χουφτώσει. Περπατάω και τα αφήνω πίσω μου. Ακούω ποδοβολητό. Ξανάρχονται. Με χουφτώνει. Ένα απαλό εξάχρονο χέρι μόλις με χούφτωσε.

Θάλασσα δίπλα, πολύ ρηχά. Πλοία μεγάλα, όμως, ταξιδεύουν, θα έχει κάποιο βάθος, βέβαια, δεν μπορεί να είναι έτσι. Εδώ θα έρθουμε και θα πετάξουμε αυτά τα πράγματα. Όλα τα αλεύρια από τα τρισάγια που έκανε η μάνα μου, και δεν τα ζύμωσε ποτέ σε πρόσφορο, όλοι οι αγιασμοί που ποτέ δεν ήπιαμε, όλα όλα αυτά. Μέσα σε μια σακούλα με μία πέτρα μέσα και φούντο στο νερό. Έτσι μας είπε μια φίλη. Κι ο πατέρας την πίστεψε και μου είπε έτσι θα κάνουμε. Κι εγώ συμφώνησα γιατί σκέφτηκα πως θα ήταν πολύ ωραίο κινηματογραφικά. Και τέλος πάντων, μου άρεσε θεωρητικά. Οπότε θα το κάνουμε εδώ.
Παίρνω φόρα και πηδάω ένα ανάχωμα. Αισθάνομαι πολύ ανάλαφρη και μάγκας, σαν τον μάγκα γυφτάκι. Αισθάνομαι 15. Δεν θέλω να ωριμάσω. Δεν θέλω να ενηλικιωθώ. Φοράω πάνινα παπούτσια και κολάν. Είμαι 15 χρονών. Και ανακαλύπτω έναν τεράστιο θησαυρό. Αυτό το εργοστάσιο είναι τεράστιος θησαυρός που μυρίζει καμμένη γη. Και λίγο κατρουλιό. Και πολύ σύνθημα στον τοίχο. Μυρίζει σύνθημα.

Το ένα κτίριο. Μπαίνω μέσα, όλα όπως ήταν. Χάσκουν οι τοίχοι από τα τούβλα, έχουν εισέλθει ξανθά στάχυα, σαν θάλασσα από στάχυα είναι να εισβάλει στον χώρο. Ή σαν μαλλιά θεόξανθα. Σαν μια ξανθή να έχει ξαπλώσει εκεί δα, στα τούβλα που έχουν πέσει και τα μαλλιά της τα φυσά ο άνεμος μέσα. Δεν μπαίνω πιο μέσα. Φοβάμαι. Φοβάμαι ότι ο θάνατος που μας επισκέφθηκε πρόσφατα καραδοκεί και θα μου ρίξει ένα ακόμα τούβλο που χάσκει και είναι έτοιμο να πέσει στο κεφάλι μου, και τότε πώς θα πάει ο πατέρας μου να κάνει εκείνη την κινηματογραφική τελετή μόνος του;
Βγαίνω. Πάω στο απέναντι κτίριο, στα γραφεία, μάλλον. Σκάλες που ανεβαίνουν κάπου. Θέλω να ανεβαίνω σκάλες. Είναι το φετίχ μου. Παλιά σε όποια δουλειά ήμουν, πήγαινα με τις σκάλες. Δεν ξέρω γιατί. Κι αν η σκάλα ήταν σάπια; Κι αν κάποιο σκαλί από κάτω δεν είχε πατήσει καλά; Όχι, δεν τολμώ να ανέβω πιο πάνω.

Βγαίνω έξω. Ένας κύριος βγάζει βόλτα το λυκόσκυλό του. Τους ακολουθώ ενώ βγάζω φωτογραφίες. Απομακρύνονται ενώ βγάζω φωτογραφίες. Τρέχω. Δεν κάνει κακό λίγο τρέξιμο. Από πού βγαίνει, ρωτώ τον ιδιοκτήτη; Από εδώ, ελάτε, έχει μια τρύπα στο σύρμα. Ο λύκος με κοιτάζει. Κι εγώ αυτόν. Είσαι όμορφος του λέω, τον φιλάω και βγαίνω από την τρύπα.

Είμαι ένα δεκαπεντάχρονο του κώλου. Με πολύ φόβο για τον θάνατο.

11351196_10153061473754064_2001151797206616652_n

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s