Νέκυια

25.4.2015 (ημέρα 23η) πρωί

Δεν βλέπω όνειρα. Χθες μόνο θυμάμαι να είδα κάτι. Αλλά ήταν τόσο συγκεχυμένο, όπως πρέπει να είναι ένα όνειρο μάλλον. Ένας αστυνομικός μέσα στο πατρικό σπίτι κρατώντας μία σακκούλα με πράγματα της μαμάς να με ρωτάει “αυτά τι θα τα κάνουμε;”. Το φως στο σκηνικό ήταν πολύ γλυκό. Σαν κάπου να είχε πιάσει φωτιά. Εγω ήμουν με κάποιον και ερωτοτροπούσα. Ένιωθα σαν να ήμασταν στη φύση, σε κάποιον λόφο. Αλλά μετά δεν ήμασταν. Ήμασταν στο πατρικό.
Ξυπνάω με άγχος. Με θλίψη. Και σαν ιεροτελεστία, ανοίγω το κινητό μου, βλέπω τις τελευταίες φωτογραφίες της μαμάς και αρχίζει το κλάμα. Σηκώνομαι, φτιάχνω καφέ, πηγαίνω τουαλέτα, κλαίγοντας. Όλα κλαίγοντας και μιλώντας της. Σήμερα της ζήτησα πολλές φορές να μου μιλήσει. Να κινήσει κάτι. Να κάνει κάτι με τον τρόπο της να μου πεις πως είναι εδώ. Δεν είδα κάτι. Δεν αντιλήφθηκα δηλαδή.

O εγωισμός του ανθρώπου έχει περίεργη όψη. Δεν μας αφήνει να εκφραστούμε, μήπως και δεν ξέρω, στο μήπως και βάζουμε ό,τι θέλει ο καθένας και μετά, σε άλλη όψη ή ίσως ακριβώς στην ίδια, απαιτούμε από έναν άνθρωπο να μη φύγει ποτέ. Ανεξάρτητα από το πώς είχε φτάσει να είναι αυτός ο άνθρωπος. Η μαμά ήταν η σκιά της σκιάς του παλιού της εαυτού. Το ήξερα και αυτό με ενοχλούσε. Με ΕΝΟΧΛΟΥΣΕ. Με ενοχλούσε που νοσούσε η ψυχή της, με ενοχλούσε που κανένα φάρμακο, καμία θεραπεία δεν απέδιδε όπως περίμενα, με ενοχλούσε που δεν μπορούσε να γίνει όπως πριν. Με ενοχλούσε και με έκανε να παραιτηθώ. Ποτέ δεν μου απάντησε στο “μαμά, τι έχεις; Πες μου εμένα, αν δεν θες να μιλήσεις στον γιατρό, πες μου εμένα, θα βρούμε την άκρη, θα διαβάσω, θα μελετήσω και θα την βρούμε. Μίλα μου, τι σε βασανίζει;”. Με κοιτούσε άλλες φορές με απάθεια, άλλες με απόγνωση και μου έλεγε σηκώνοντας όσο μπορούσε τους ώμους “Δεν ξέρω”. Αυτό το δεν ξέρω της. Δεν ξέρω κι εγώ τι πίστευα. Άλλοτε πίστευα ότι το εννοεί. Άλλοτε ότι βαριέται να μιλήσει, να συζητήσει. Άλλοτε ότι, δεν ξέρω. Δεν ξέρω, απλά με τσάντιζε.

(Μόλις πήρε τηλέφωνο η κυρία Παρθένα. Παίρνει κάθε μέρα. Και κλαίει, μαμά. Κλαίει. Μου λέει μιλούσαμε κάθε μέρα στο τηλέφωνο και πριν το κλείσουμε μου έλεγε “Σ’ αγαπώ” κι εγώ σ’ αγαπώ της έλεγα. Και κλαίει.)

Ένας οποιοσδήποτε άσχετος θόρυβος αμέσως σχετίζεται με κάποιο σου σημάδι. Το καντήλι που σβήνει είναι ένας τέτοιος.

Κυριακή, 26.4.2015 (ημέρα 24η) μεσημέρι

Ξύπνησα κλαίγοντας γιατί είδα τη μαμά μου σε όνειρο. Το όνειρο ήταν πρωινό, δηλαδή δεν θυμάμαι τι είχε προηγηθεί. Θυμάμαι ότι αρχικά ήμουν σε ένα καράβι, μεγάλο, πήγαινα ταξίδι. Μέσα στο πλοίο βλέπω τον Σωτήρη Μουστάκα, ντυμένο με λευκό ζιβάγκο και βελουτέ κοστούμι, πολύ 70s. Νέο σχετικά. Όπως ήταν περίπου στο “Ένας Νομοταγής Πολίτης”. Του χαμογελάω και του λέω “σας θαυμάζω από μικρή, με έφερνε η μαμά μου να σας δω στο ΜΙΝΙΟΝ.” Ο Μουστάκας νομίζω μου χαμογέλασε και κάτι μου είπε, που δεν θυμάμαι. Μετά με πήρε αγκαζέ ένας άλλος κύριος, που νομίζω ότι ήταν ο Πάντζας. Αλλά μπορεί να ήταν και ο Μουστάκας. Και μου έλεγε για εγχειρήσεις. Και ξαφνικά βρεθήκαμε σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου και μετά σε χειρουργείο. Και ήταν η μαμά μου όπως ήταν στο τέλος. Όχι καλά. Και της κάναμε επεμβάσεις στα πόδια, πολλές. Και μας είπε ο γιατρός ότι αν είχαμε απευθυνθεί στην ένωση Μανιατών Αμερικής θα μας είχαν βοηθήσει, γιατί έχουν λεφτά. Μετά με τη μαμά πήγαμε στο δωμάτιο και είχε ανεβασμένο το νυχτικό της ως τη μέση. Ήταν πάνω από τα σκεπάσματα οπότε ήθελα να την σκεπάσω και να της ισιώσω το νυχτικό. Την γύριζα ολόκληρη, όπως έκανα και τώρα τελευταία. Και μου ελεγε πως δεν θέλει άλλο, δεν μπορεί, πονάει. Μετά μου είπε να την σηκώσω να φωνάξει τον γιατρό. Και δεν μπορούσε να περπατήσει γιατί είχε κάνει την επέμβαση. Και την έβαλα στο πάτωμα και κάθισε και την έσπρωχνα προς τον πόρτα. Μετά θυμάμαι ότι ξάπλωσε και στην τηλεόραση είχε το “The way we were”. Δείχνει ένα πλάνο κοντινό με τον Robert Redford (που της άρεσε πάντα πολύ) και την Streisand και της λέω να μαμά μου, έτσι να μείνουμε, μη φύγεις. Να μείνουμε έτσι. Και μου λέει, εντάξει, δεν θα φύγω, αλλά κι εσύ να μην πας έξω (στο εξωτερικό). Ίσως έγιναν κι άλλα μα δεν τα θυμάμαι.

Επίσης, μετά που πήγαμε στο νεκροταφείο με τον μπαμπά, θυμήθηκα πως σε κάποια φάση του ονείρου είδα τον Πραξιτέλη (αυτόν που φτιάχνει τον τάφο της μαμάς) να μου λέει ότι θελει επιπλέον χρήματα, για να φτιάξει κάτι. Του είπα πως τι θέλει, αφού του έχουμε δώσει τα χρήματα. Και μου απάντησε πως αυτό ήταν προκαταβολή. Και είχα αγωνία. Δεν ήμουν όμως μόνη εκείνη τη στιγμή στο όνειρο. Αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ με ποιον ήμουν.

Στο νεκροταφείο που πήγαμε είδαμε πως δεν έχει γίνει ο τάφος ακόμα. Βέβαια, αυτός μας είχε πει 28-30/4 θα είναι έτοιμος. Ο πατερας μου θεώρησε πως είναι σημαδιακό το όνειρο και να πάμε να τον βρούμε. Και πήγαμε. Μας είπε ότι ως την Τετάρτη θα είναι έτοιμο.

Σκέφτομαι πως δεν μπορώ να απαλύνω τον πόνο του πατέρα μου. Πάντα πίστευα πως υποφέρει, πως περνάει άσχημα, δύσκολα. Όμως, βλέπω πως τελικά αυτή ήταν η ζωή που είχε επιλέξει. Συνειδητοποιώ πως τα παιδιά τα φέρνουμε στον κόσμο και μετά κάπως τα “ξεχνάμε”, τα αφήνουμε να φύγουν μπρος. Δεν μπορώ να αντικαταστήσω τη μάνα μου για τον πατέρα μου. Και δεν γίνεται. Και δεν θέλω. Θέλω ο πατέρας μου να είναι καλά και ευτυχισμένος. Αυτό θέλω και το εύχομαι με όλη μου την καρδιά να γίνει.

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015 (ημέρα 25η)

Δοκιμαστική επιστροφή στο γραφείο. Μούδιασμα. Η σκέψη φεύγει, ξεχνιέται κάπως, ξεστρατίζει. Σωματικοποιημένες καταστάσεις. Άγχος. Ταχυκαρδίες. Ένα τηλεφώνημα με κάνει να θέλω να πάω στην τουαλέτα να κλάψω. Διαβάζω για τα Ελευσίνια Μυστήρια. Δεν ξέρω τι ψάχνω. Μια εξήγηση; Κάποιος να μου πει τι ή αν γίνεται κάτι μετά. Την σκέφτομαι μόνη. Μέσα στο χώμα. Να σαπίζει. Και σκέφτομαι πως ποτέ δεν ήταν μόνη. Πάντα είχε εμάς. Έστω τον πατέρα μου. Σκέφτομαι πως η επαφή είναι δίκοπο μαχαίρι. Έχεις. Και μετά δεν έχεις. Και αυτό σε τσακίζει. Ίσως το να μην έχεις να είναι πιο υποφερτό. Δεν ξέρω. Σκέφτομαι. Συνέχεια σκέφτομαι.

Διάβασα για την Αγέλαστο Πέτρα στην Ελευσίνα. Είναι η Πέτρα, ο βράχος που κάθισε η Δήμητρα για να μοιρολογήσει την κόρη της. Διάβασα ότι την έψαχνε εννιά μέρες. Περιπλανιόταν εννιά μέρες. Να τες πάλι οι εννιά μέρες. Δεν ξέρω τι συντελείται στις εννιά μέρες. Περισσότερη καλλιέργεια πόνου. Δουλειά επάνω στην αποδοχή. Στην αποδοχή της απουσίας. Στην αποδοχή του ότι δεν θα ξαναδείς, δεν θα ξανακούσεις τον άνθρωπό σου. Δεν θα ξαναδώ τα μάτια της μάνας μου. Ποτέ.

29.4.2015 πρωί (ημέρα 27η)

Υπάρχουν ώρες που είμαι σχεδόν καλά. Λειτουργική. Χωρίς βάρος στο στήθος. Φτάνει να κοιτάξω μια φωτογραφία της και να γίνω σμπαράλια. Ή να ξεσπάσει ξαφνικά στα κλάμματα ο μπαμπάς και να σχιστώ στα δύο.

Δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω ότι δεν θα την ξαναδώ. Δεν χωνεύεται αυτό με τίποτα. Ή ότι δεν θα την ξανακούσω. Ότι δεν θα δω τα γλυκά, γεμάτα πόνο το τελευταίο διάστημα, μάτια της. Έχω φοβερές ενοχές. Ότι δεν έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω. Ότι αποξενώθηκα. Ότι δεν μπορούσα να ξέρω αν την αγαπώ.

Θυμάμαι όταν μαλώναμε κάποιες φορές στο τηλέφωνο και εγώ, θερμοκέφαλη, της έλεγα ένα βιαστικό “γεια σου τώρα” και το έκλεινα. Αυτή με ξανάπαιρνε και σχεδόν εκβίαζε το “σ’ αγαπώ» μου Συγγνώμη. Μου ζητούσε συγγνώμη. Έλα πες μου τώρα ότι μ’ αγαπάς. Της το έλεγα. Και μετά από λίγο ξεθύμωνα. Πόσο να την πλήγωνα τότε; Πόσο;

Οι πενθόντες είναι σαν κινούμενοι γήινοι Αρχάγγελοι Μιχαήλ. Κυκλοφορούν ανάμεσα στους ανθρώπους και μόνο αυτοί γνωρίζουν ότι όλοι θα πεθάνουν.

Κι εγώ θα πεθάνω. Θα πεθάνω. Δεν το χωράει ο νους μου.

Απογευμα

Υπαρχουν διδαγματα βιωματικα, που περνουν διπλα μας ξωφαλτσα. Δεν δινουμε πολλη σημασια, μπορει και να ανοιγοκλεισουμε λιγο τα ματια, με εκπληξη, ισα για να γινει η επεξεργασια, μπορει και να εχει γινει πιο βαθια – ποιος ξερει; και τι σημασια εχει; Αφου τα στρωματα του εγωισμου και της υπαρξιακης μας τυφλωσης ειναι τετοια, που δεν επιτρεπουν καμια μεταλλαξη. Αυτο που δεν θα επιλεξουμε ποτε, αυτο θα μας ξυπνα τις νυχτες. Αυτο θα ερχεται στα ονειρα μας, οταν δεν θα εχει πια καμια σημασια. Κι εμεις θα το βαφτιζουμε «σημαδι», «οιωνο», «μηνυμα». Μα ειναι στ’ αληθεια ενα βασανισμενο υποσυνειδητο. Το μονο ακουραστο μελος μας. Αυτο παλευει για εμας, χωρις εμας, ως το τελος.

14.5.2015

Γιατί να μην μπορούμε να θυμόμαστε μετά από χρόνια αυτές τις μικρές καθημερινές κινήσεις; Επιστρέφουμε από επίσκεψη/δείπνο σε φιλικό σπίτι – αστειευόμασε στο αυτοκίνητο – ή μπορεί να μαλώνουμε – μπαίνουμε σπίτι – ο καθένας πάει στο δωμάτιό του και αλλάζει – ή αλλάζει στο σαλόνι – οι συζητήσεις συνεχίζονται φωναχτά από το ένα δωμάτιο στο άλλο – από το μπάνιο στο υπνοδωμάτιο – ή μπορεί και να μην μιλάμε – να πιώ ένα ποτήρι νερό ενώ εσύ έκανες κάτι άλλο – κρεβάτι – ύπνος. Κάπως έτσι θα πρέπει να κυλούσαν κάποτε τα πράγματα. Γιατί όμως δεν τα θυμάμαι; Γιατί δεν θυμάμαι εκείνες τις χωρίς καμία ουσιαστική σημασία στιγμές; Γιατί η λήθη εμφανίζεται εκεί που δεν την καλεί κανείς;

25.5.2015

Γεννιόμαστε και μας κρατούν δυο χέρια, μια αγκαλιά / Ακουμπάμε νευρικά και βαθύτατα θλιμένα το κεφάλι μας σε ένα στέρνο / Πεθαίνουμε, αν είμαστε τυχεροί, μέσα σε δύο χέρια, σε μια αγκαλιά, μη μπορώντας να ακουμπήσουμε το κεφάλι μας / Αυτό ορίζεται από τους νόμους της βαρύτητας πια / Γινόμαστε μαριονέτες, μικρές κούκλες – μωρά, σαν αυτές που αγοράζουμε μωρά για να κάνουμε τις μανάδες / Η μάνα μου με αγκάλιασε όταν γεννήθηκα/ εγώ την αγκάλιασα όταν πέθανε / ίσως γι αυτό να φεύγουν οι μανάδες πρώτες / για να μπορούν να μας ξανακρατήσουν αγκαλιά όταν εμείς πεθάνουμε / στην άλλη μας γέννηση / να είναι εκεί και να έχουν προετοιμάσει τα πάντα / Ίσως, όταν ανοίξω τα μάτια μου στην Χώρα του Ποτέ να είμαι πάλι στην αγκαλιά της μάνας μου / Και αυτή στην αγκαλιά της μάνας της. Κι αυτή στην αγκαλιά της μάνας της / Ένα σύμπλεγμα από ματριόσκα στο διηνεκές.

15.6.2015

Ξενοδοχείο Ίρις, σελίδα που δεν θυμάμαι πια. Ίσως και πάνω από την 100. Αυτό ήταν το βιβλίο που διάβαζα την ώρα που η μαμά πέθαινε. Την ώρα που η μαμά ψυχορραγούσε, εγώ, στο διπλανό ακριβώς δωμάτιο, διάβαζα απορροφημένη την ιστορία του Ξενοδοχείου Ίρις. Θυμάμαι καθαρά την ιστορία – ως την στιγμή που άφησα κάτω το βιβλίο, ως την σελίδα 100τόσο. Είναι η περίεργη ιστορία που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ένα κορίτσι που η μητέρα της έχει το Ξενοδοχείο Ίρις και έναν αρκετά μεγαλύτερό της κύριο – πελάτη του Ξενοδοχείου. Η ιστορία είναι υπογείως ερωτική. Δεν ξέρω πώς εξελίσσεται, μπορώ να μαντέψω δεδομένης της κουλτούρας που διέπει την γιαπωνέζικη λογοτεχνία.

Είχα διαβάσει δύο βιβλία της Οgawa πριν και με είχε κολλήσει. Παρήγγειλα άλλα τέσσερά της.

Ένα από τα πράγματα που έκανα κάποιες μέρες μετά την κηδεία της μαμάς, ήταν να πετάξω το Ξενοδοχείο Ίρις. Με το αυτάκι του βιβλίου περασμένο στην σελίδα εκείνη. Σκέφτηκα να ατο αφήσω σε κάποιο παγκάκι να το διαβάσει κάποιος άλλος. Αλλά μετά σκέφτηκα απλά πως το πετάω. Έκανα αυτή και μόνο την εικόνα.
Έχω τα υπόλοιπα βιβλία της που παρήγγειλα και στέκονται στην βιβλιοθήκη. Άθικτα. Την θεωρώ πλέον μια γρουσούζα συγγραφέα. Όπως όταν κάνεις κάτι που σε ηδονίζει και μετά σου βγαίνει σε κακό. Αυτή η αίσθηση τιμωρίας.
Η μαμά θα νομίζει στο δικηνεκές πως είμαι στο διπλανό δωμάτιο και διαβάζω το βιβλίο μου. Άραγε ήταν ήρεμη; Ήταν καθησυχασμένη ότι όλα πήγαιναν όπως τα ήξερε; Πώς το ένιωσε όταν έφτασε; Τι σκέφτηκε; Τι πρόλαβε να σκεφτεί; Τι ήταν αυτό που θα ήθελε να μας είχε πει και δεν μίλησε ξανά ποτέ; Σκέφτομαι πως δεν πόνεσε. Σκέφτομαι πως για να μην φωνάξει, να μην βγάλει άχνα, θα ήταν ήρεμη και δεν θα πονούσε. Θα σκεφτόταν πως το κορίτσι είναι μέσα και διαβάζει και ο Μιχάλης βλέπει ειδήσεις.

Κι εγώ πεθαίνω.
Για κάποιο λόγο αυτό είναι τόσο παρήγορο όσο και αφόρητα τραυματικό.

Mpokoros

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s